Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Εν να ξανάρτω!

Πάντα λαλώ εν θα ξαναγράψω για την κύπρο   τσιαι  για  τους καημούς της.
 Τσιαι πάντα ειδικά  τούντες μέρες  βρίσκουμε δαμέ  σοβαρή τσιαι προβληματισμένη    να θέλω να φκάλω τη ψυσιή μου  να την απλώσω  σαν σεντόνι  μπροστά σας για να δείτε   όσα θέλω να πω για την πατρίδα μου.
    Μα ίντα να πει το πλάσμα;   που εναν ολόκληρο  μήναν πάνω στο κορμίν της  Κύπρου άψασιν φωθκιές   τσιαι τα παιθκιά της τσιαι ο βάρβαρος οχτρός;!
    Ενα μήνας ! απού τις 15 Ιούλη  ως τις 15 Αυγούστου ήταν λαμπρόν που οπου επέρναν έκρουζε!
    Εμαύρισεν η πλάση    τζιαι μέσα στις ψυσιές των πλασμάτων  τζιαι πάνω στη ράσιη της γης.
  Εβουρούσαν    οι μανάες  αλαφιασμένες  να ποσιερετήσουν τα παιθκιά τους πούτουν να παν  στο πόλεμο  ,έτσι χωρίς όπλα    !
   Ανακαλιούνταν μες τες στράτες   για το κακό που τους ήβρεν.
  Εθωρούσαν τσιαι κόσμον ξένον που έρκετουν στα χωρκά τους 
 τσιαι ενεν μπορουσαν να καταλάβουν ίντα θέλουν δαμέ τούντα πλάσματα; εν πρόσφυγες;  ίντα πα να πεί   πρόσφυγας;
  Εν να μάθεις σε λλίον τσιαι σου ! Δώκε ενα πιάτο φαϊ στα πλάσματα  τσιαι  στρώσε χαμέ  να περασουν την νύκτα  τσιαι αύριον εν μαζί που εν να βουράτε  να πάτε πάρα τζιει
    Μα που να πάμε;   επελλάναν μας τσιαι τούτα τα αεροπλάνα   
  εψές ούλλη νύκτα ο Πενταδάκτυλος  έκρουζεν ,σχεδόν ένιωθες την καυτή φλόγα στο πρόσωπο σου,θαρκούμε το πρωίν   το πρόσωπο μου είσιε πάνω  καπνιά! Μα εν τόσο μακρυά εν γίνετε ναν που τσιαμέ!
   Θωρώ το πρόσωπο μου τσιαι  θαρκούμε ότι ακόμα η καπνιά εν πάνω  !Εβαλα το πρόσωπο μου κάτω που τη φουντάνα αλλά ένε καθάρισε!
  Ενεν η καπνιά του πενταδάκτυλου τούτη που θωρείς  εν η μαυρίλα που απλώνετε σιγά σιγά μες τη ψυσιή σου ,ποσιερετα το σπίτι σου  τσιαι τράβα  ψηλά στα βουνά, που την αντίθετη μερκάν του Πενταδάκτυλου  .  
  Μα εν θέλω να φύω  !αν δεν φύεις   εν θα ξαναδείς τον ήλιο εν θα ξαναδείς τους φίλους σου  εν να  χαθείς για πάντα !
   Θέλω να ξαναδώ τσιαι τον ήλιο τσιαι τους φίλους μου,  μα τσιαι το σπίτι μου ,την αυλή μου το γαλάζιο του ουρανού που θαρκούμε την νύκτα εν εσιει πουθενά τόσα αστρα ο ουρανός όσα εσιει τούτος που εν πουπαναθκιό  του σπιθκιού μου!
  Φύε λαλώ σου  τσιαι μεν  δικλησεις πίσω έρκουντε  !
  Καλόν εν να φύω  ! αλλά εν να ξανάρτω  ! εν να ξανάρτω! μα γιατί εν μου απαντάς;   που είσαι;  απάντα μου  ! Εν να ξανάρτω   ! Απάντα μου! 
 
  

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Φως από μια χαραμάδα

Την προηγούμενη φορά τα έβαλα με τον ήλιο και τα καμώματα της Αφροδίτης.
 Ο ήλιος ο όμορφος ο ολόλαμπρος που ξέρει να παίζει κρυφτό πίσω από τα σύννεφα  και να γελά μαζί μας ,που ξέρει να κάνει τους ερωτευμένους να δακρύζουν όταν παει να δύσει και μας δίνει εκείνο το πορφυρό το χρώμα που όμοιο του δεν υπάρχει.
   Ο ήλιος που  κάθε μέρα φλερτάρει με τη ΓΗ , τη γη μας που είναι  φτιαγμένη από πέτρα, χώμα ,νερό και άλλα συστατικά που αυτή τη στιγμή δεν έχουν θέση στην ιστορία μου.
  Εγώ θέλω μόνο ήλιο , χώμα και μια χαραμάδα από μια γρίλια ή από μια μισάνοιχτη πόρτα  .
 Παλιά  ,πολύ παλιά οι άνθρωποι έμενα σε μικρά χαμηλά σπίτια  οι δρόμοι ήταν από χώμα  και ο ήλιος ήταν πιο γλυκός δεν τον φοβόντουσαν οι άνθρωποι , κάνανε παρέα μαζί του ακόμα και όταν ήταν κουρασμένοι στα χωράφια ,ακόμα και οταν θέριζαν, τον ανέχονταν.
    Σημασία έχει ότι  αφήναμε τον ήλιο τον ολόλαμπρο που είναι κυρίαρχος να μπει στα σπίτια μας ,μα ,οχι, δεν του ανοίγαμε την πόρτα και  του λέγαμε κόπιασε !!έμπαινε μόνος του, γιατί  τα σπίτια ήταν ανοικτά όπως και οι καρδιές των ανθρώπων ,  έμπαινε και έδινε μια ζεστασιά μέσα στις κάμαρες τις μικρές,  όμως έμπαινε και η σκόνη ,είπαμε οι πόρτες δεν κλείνανε ερμητικά  και ούτε ήταν διπλοκλειδωμένες  όπως τώρα ! ακόμη  αυτοί οι δυο  ,ο ήλιος και η σκόνη, έμπαιναν από τις χαραμάδες  και τις γρίλιες,   ναι από τις γρίλιες!  κρυφά, κλεφτά ,για  να αφουγκρασθούν και να δουν τους νοικοκυραίους  να κάθονται γύρω από το φτωχικό τους τραπέζι με το λιγοστό φαγητό τους , να δουν τη γιαγιά  να λέει παραμύθια στο παιδί το μικρο, να δουν τους ερωτευμένους να κάνουν όνειρα για το μέλλον.
   Και αυτοί οι δυο μαζί ,ήλιος και σκόνη  ήταν ένα ,  ο ήλιος περνούσε μέσα και  το χώμα, που είχε σηκωθεί από τη Γη για να βρεθεί αγκαλιά του  έφτιαχναν  μαζί ένα φως θολό, για να μην τρομάξουν  οι άνθρωποι που ήταν μέσα στη κάμαρη,  ήταν ένα φως που μόνο τα παιδιά ασχολιόντουσαν μαζί του .
  Τα παιδιά  δεν τρομάζουν τόσο εύκολα   βλέπανε αυτό το απαλό φως  που δεν τους τύφλωνε γιατί πάνω είχε το χώμα που όταν πήγαινες λίγο κοντά  το έβλεπες σε χιλιάδες κόκκους να πηγαινοέρχεται ούτε έξω ούτε μέσα  απλά να ανακατεύετε  ανάμεσα στις αχτίδες   και να κάνει κόρτε με αυτές.
   Και όταν εισαι παιδί εισαι και περίεργο, θέλεις να αγγίξεις να πιάσεις αυτό το μαγικό  παιχνίδισμα,  απλώνεις το μικρό σου χέρι με ανοιχτή  τη παλάμη  και όταν χωθεί  στο φως τη κλείνεις  γιατί πιστεύεις πως το εχεις αιχμαλωτίσει μέσα στο μικρούλικο σου χέρι και νιώθεις σπουδαίος ,το τραβάς και το ανοίγεις προσεχτικά για να δεις αυτό που έπιασες  ξεγελώντας τον ήλιο ,μα όταν το ανοίγεις δεν υπάρχει τίποτα  και ξαναδοκιμαζεις  και απλώνεις και τα δυο χέρια και αρχίζεις να κάνεις  κινήσεις σαν να χορεύεις γύρω γύρω απο το φως , αλλά ποτέ δεν το αιχμαλωτίζεις είναι σαν ενα όνειρο άπιαστο ,που όταν μεγαλώσεις και το θυμηθείς  ξερεις ότι εχεις αφήσει μια χαραμάδα στη ζωή σου για να μπαινει που και που εκείνο  το παιδί όπως έμπαινε το φως  μέσα στη κάμαρη σου  και πάντα θα εχεις μια ελπίδα πως κάποια στιγμή θα πιάσεις το φως ότι και να σημαίνει για σένα αυτό το φως.
 Εύχομαι κάποτε ,κάποιοι από σας να είχατε απλώσει το μικρό σας χέρι για να πιασετε εκείνο το φως.