Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

Το προξενιό

Η Χάιδω  κοίταξε στο μικρό  θαμπό καθρέφτη και μ' έναν αναστεναγμό ίσιωσε το τριμμένο φόρεμα  που της είχαν  δώσει  πριν  τρία χρόνια  στο ορφανοτροφείο  ,ήταν ρούχα που έδιναν είτε γιατί δεν τους άρεσαν είτε γιατί πέρασε η μόδα.
   Η μόδα ήταν κάτι που η  Χάιδω δεν την είχε φορέσει ποτέ ,πάντα φορούσε ρούχα   τα οποία κάποια άλλα κορίτσια τα είχαν  βαρεθεί.
   Από δίπλα άκουσε τη θεία της  τη κυρά Μαρίκα  που κάτι έλεγε στο γιο της τον Ανέστη, στη πραγματικότητα μακρινή συγγενής ήταν ,ο μακαρίτης ο άντρας της ήταν  τρίτος ξάδελφος του παππού της Χάιδω.
   Στα εικοσιδύο της  η Χάιδω γνώρισε τη γυναίκα αυτή και το γιο της που ήταν εικοσιπέντε χρονών   και εντελώς ανεύθυνο άτομο,απορούσε που ο Βασίλης ήταν φίλος με αυτό τον νεαρό,εκείνος ήταν σοβαρός και δούλευε όταν έκλεινε η σχολή του στο καφενείο του πατέρα του,αντίθετα ο Ανέστης το μόνο που έκανε ήταν να κοιμάται σχεδόν όλη μέρα για να έχει όρεξη να βγει το βράδυ και να γυρίσει σπίτι   τις πιο πολλές φορές μεθυσμένος.
  Η  κυρά Μαρίκα εδώ και ένα χρόνο που πήρε τη Χάιδω από το ορφανοτροφείο  και την έφερε στο σπίτι,  όταν ερχόταν  ο γιος της από την Αθήνα   δεν άφηνε  τη Χάιδω να κοιμάται στο κουζινάκι αλλά την έπαιρνε στο δωμάτιο της και  έβαζε ένα ράντζο  για να κοιμάται εκεί,δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στο κανακάρη της. Είχε άλλα σχέδια για το κορίτσι.
  Η Χάιδω  έπιασε τα όμορφα μαλλιά της  με ένα κοκαλάκι   και κοιτάχθηκε ξανά στο καθρέφτη,  το πρόσωπο της ήταν κατάχλομο  ,έβγαλε το κοκαλάκι και άφησε τα μαλλιά της να πέσουν πίσω στη πλάτη της ,καλύτερα έτσι σκέφτηκε ,έτσι δεν θα δούνε τη θλίψη μου ,τα μαλλιά θα σκεπάζουν κάπως το πρόσωπο μου, πήρε μια βαθιά ανάσα για να αποφύγει τα δάκρυα που ερχόντουσαν και βγήκε έξω.
   Σχεδόν έπεσε πάνω στον Ανέστη, ε ε που πας Χάιδω, Χαϊδούλα  Δούλα;  Έτσι την έλεγε από τότε που την έφεραν στο σπίτι  Δούλα  ,τάχα μου  χαϊδευτικά του Χαϊδούλα και αυτή στην αρχή έκλαιγε  μετά όμως  δεν του έδινε σημασία,ειδικά από τότε που τον κατσάδιασε ο φίλος του  ο Βασίλης δεν το έλεγε συχνά  ,σήμερα όμως το είπε και το είπε όλο κακία,η Χάιδω γύρισε αλλού το βλέμμα και τον έσπρωξε με όλη της τη δύναμη.
  Η  κυρά Μαρίκα βγήκε από τη κουζίνα και κοίταξε τη κοπέλα μετά κοίταξε το γιο της  και του έβαλε τη φωνή,πρώτη φορά τον μάλωνε που είπε τη Χάιδω Δούλα. Πάμε τους είπε και απευθυνόμενη στο γιο της του είπε ,εσύ  δεν θα μιλήσεις καθόλου άκουσες; Ο  Ανέστης δεν αποκρίθηκε παρά μουρμούρισε  μέσα από τα δόντια του ,μωρέ ας μη μου έταζε ο κυρ Θανάσης  να μου πάρει  αμάξι και θα σου έλεγα ,αλλά έχε χάρη, λες και δεν ξέρω γιατί κάνεις αυτό το προξενιό.
   Στο δρόμο για το σπίτι της αδελφής  της κυρά Μαρίκας  ο καθένας είχε τις δικές του σκέψεις ο Ανέστης σκεφτόταν τα αμάξι που θα κέρδιζε αν γινόταν το προξενιό με τη Χαϊδούλα  ,μέσα του πάντα έτσι τη έλεγε  ,η  κυρά Μαρίκα σκεφτόταν την ανακαίνιση που θα έκανε στο σπίτι της με έξοδα του κυρ Θανάση  και η Χάιδω σκεφτόταν  ότι ήταν αναγκασμένη να παντρευτεί έναν εξηντάρη  για να φύγει από τη μιζέρια  και να είναι δούλα   της κυρά Μαρίκας ,γιατί η κυρά Μαρίκα δεν τη πήρε στο σπίτι γιατί ήταν πονόψυχη αλλά για να έχει  κάποια να της κάνει τις δουλειές  και να παίρνει και το επίδομα που έδινε για ένα χρόνο το ορφανοτροφείο  σε αυτούς που φιλοξενούσαν τα ορφανά  μέχρι να γίνουν οι κατασκευές  που προξένησε ο σεισμός.
  

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Εδώ ο καλός μανάβης

Πήγα στο πανηγύρι του  χωριού του συζύγου, είχε μια ορχήστρα με δημοτικά ,λαϊκά και δεν συμμαζεύεται .
 Είχε δροσιά και αυτό μετράει πολύ περισσότερο για μένα από τα πανηγύρια(άλλο η γιορτή της Παναγίας) και άλλο τα παναύρκα.
 Σας βάζω και φωτογραφίες από τα ζωάκια ΜΑΣ  και τα φυτά ΜΑΣ.Έχουμε και πατάτες,χα χα χα

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

Ο Νικολόπουλος ήταν υπέροχος.

Η   βραδιά ήταν υπέροχη  ο Νικολόπουλος  ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟΣ και τα παιδιά  που ερμήνευσαν τα τραγούδια του υπέροχα.
Διερωτάσαι καμιά φορά πως μπορεί κάποιος με ένα μπουζούκι να ξεσηκώνει το κόσμο και όμως μια χαρά ξεσήκωσε όλο το κόσμο που τραγούδησε ,χόρεψε και χειροκρότησε  πολύ.
 Δεν είναι τυχαίο, ο άνθρωπος  ξέρει τη δουλειά του ,απλός και αγαπητός.Μακάρι οι καινούριοι που μας ξεφυτρώνουν κάθε μέρα  και θέλουν να λέγονται καλλιτέχνες να έχουν κάτι από το νυχάκι που κόβει και πετάει από το μικρό του δαχτυλάκι.
  Απόψε έχουμε το τρύφωνο  λέω να πάω.

Υ.Γ.Είχα γυρίσει  και βίντεο αλλά δεν κατάφερα να το βάλω 

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

Ενα μικρό δείγμα

Ένα μικρό δείγμα  από  την αποψινή βραδιά εκεί θα είμαι  δεξιά και αριστερά θάλασσα και στην εξέδρα ο Χρήστος Νικολόπουλος ,φυσάει και ένα αεράκι!!!!
 Βγήκα στη ταράτσα και  πήρα μάτι ,αύριο περισσότερα από  ΕΚΕΙ!!!!!!!!!!

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Αύγουστος και οι επέτειοι του

Ο  Αύγουστος   πριν το 1974  ήταν  για μένα πολύ αγαπητός μήνας,τώρα δεν είναι ,τώρα είναι ένας μήνας όλο άσχημες επετείους.
  Επέτειος από τη δεύτερη εισβολή ,επέτειος από το ξεριζωμό από το σπίτι μου,επέτειος από τη δολοφονία του Ισαάκ ,επέτειος από τη δολοφονία του Σολωμού από τους  Τούρκους,επέτειος από τη συντριβή του αεροπλάνου  που πήρε μαζί τους τόσους αθώους.
 Είναι ένας μήνας που παλιά το Δεκαπενταύγουστο ήταν  μια γιορτή,ένα μικρό Πάσχα τώρα  τα πράγματα έχουν αλλάξει ,ίσως να μην έπρεπε να σκέφτομαι έτσι ,  αλλά  δυστυχώς τα πράγματα έτσι είναι, η Κύπρος  αυτό το μήνα είναι γεμάτη από άσχημες αναμνήσεις, θλιβερές αναμνήσεις.

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Θάλασσα

Ε,  που θα μου πάει, ένα δρόμος μας χωρίζει,δεν θα τα καταφέρω να βρέξω τα πόδια μου;;

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Η Μουσική του Μίκη




Εψές το Σαββατόβραδο ο Δήμος μας είχε βραδιά αφιερωμένη στο Μίκη Θεοδωράκη με τραγούδια σε στίχους Θεοδωράκη,Ρίτσου και Γκάτσου,ερμηνευτής ήταν ο Πασχάλης Τόνιος ,
Η βραδιά ήταν υπέροχη τα τραγούδια ένα και ένα ,φυσούσε και ένα δροσερό αεράκι και εμείς δίπλα στο κύμα να απολαμβάνουμε τη βραδιά ,το φεγγάρι έπαιζε κρυφτούλι πίσω από κάποια αραιά σαν δαντέλα συννεφάκια.
Ο κόσμος θα μπορούσε να ήταν λίγο πιο εκδηλωτικός αλλά δυστυχώς ακόμα και στο χειροκρότημα ήταν υποτονιτικός, όταν δε μας παρότρυνε ο τραγουδιστής να πούμε κάποιους στίχους με το ζόρι άνοιξαν το στόμα τους δεν έφταιγαν οι μουσικοί.( φοβήθηκαν το κακό σου λέει αν είναι πουθενά η Μανωλίδου; ο Θεοφάνους;) και μας κράξουν;
Πάντα έτσι γίνετε δεν ξέρω γιατί λες και ντρέπονται να εκφραστούν ίσως φταίει και που όλοι γνωρίζονται και δεν θέλουν να δώσουν λαβή για σχόλια για μένα είναι βλακείες αυτά (έτσι ήταν και με τον Πάριο πριν 2 χρόνια ,έτσι ήταν και με τη Βίσση πέρσι)( εδώ να σημειώσω ότι η δικιά μας δεν μου άρεσε καθόλου)
Μπορεί να έφταιγε αυτή τη φορά που οι πιο πολλοί ήμασταν μεγάλοι σε ηλικία ,οι νέοι είναι για άλλα (στη Βίσση και στο Πάριο ήταν πολύς κόσμος πάνω από 5 χιλιάδες) εντάξει δεν είμαστε και Αθήνα να έχουμε δεκάδες χιλιάδες οπαδούς)
Τα επόμενα σ/κ Θα έχουμε και τον Χρήστο Νικολόπουλο αυτοπροσώπως ,θα δούμε τι θα δούμε,
Ενα έχω να πω εψές ήταν πολύ ωραία και κρίμα που μισοάδιασαν οι καρέκλες πριν από το τέλος και το χειροκρότημα δεν ήταν πιο θερμό.
Που να πλήρωναν κιόλας!! Στον Πάριο και στη Βίσση ήταν με εισιτήριο φέτος όλες οι εκδηλώσεις είναι δωρεάν είσοδος.
Υ/Γ Έβαλα και βίντεο αλλά δεν μου βγαίνει.

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Το φευγιό

Ξυπνήσαμε από το βουητό αεροπλάνων ,βγήκαμε έξω και κοιτάξαμε τον ουρανό, ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας είδαμε σμήνος από αεροπλάνα να κατευθύνονται προς τη Λευκωσία.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ακούσαμε μακρινές εκρήξεις ,ΠΟΛΕΜΟΣ αυτό ακούστηκε ,οι Τούρκοι ήλθαν να πάρουν αυτό που νόμιζαν ότι τους ανήκει ,οι Τούρκοι ήλθαν να υπερασπιστούν τα αδέλφια τους τούς τουρκοκύπριους,οι Τούρκοι ήλθαν να βάλουν μια τάξη στην ήδη άτακτη ζωή την ελληνοκυπρίων που εδώ και μια βδομάδα έφεραν τα πάνω κάτω στο νησί,οι Τούρκοι ήλθαν να αρπάξουν να βιάσουν να σκοτώσουν.
Δεν ξέραμε τι να κάνουμε, ο φόβος μας είχε παραλύσει και τα αεροπλάνα δεν σταμάταγαν όλη μέρα πέρα δώθε πάνω από τα κεφάλια μας.
Ο πόλεμος άρχισε , στο χωριό μας φέρανε εληνοκυπριακό στρατό και από εκεί στέλνανε σε όλα τα μέτωπα ανθρώπινο δυναμικό ,γύρω από το χωριό μέσα στα περιβόλια και λίγα μέτρα από τα σπίτια στήσανε τα αντιαεροπορικά για να αναχαιτίσουν τα τούρκικα αεροπλάνα σε περίπτωση που χαμήλωναν για να μας βομβαρδίσουν
Οι ριπές από τα αντιαεροπορικά μαζί με το θόρυβο από τα αεροπλάνα μεγάλωνε ακόμη πιο πολύ το φόβο μας.
Οι πρώτοι πρόσφυγες ήδη είχαν ξεκινήσει από τη Κερύνια (όσοι πρόλαβαν να φύγουν) ,εμας μας είπαν(δεν ξέρω ποιος) την ημέρα να πηγαίνουμε σε σπίτια που υπήρχε ταράτσα για να γλυτώσουμε από τις βόμβες ( μην το ψάχνετε έτσι μας είπαν τότε) τα μόνα σπίτια που ήταν με ταράτσες ήταν τα νεόχτιστα ,έτσι όλες οι κοπέλες που είχαν πρόσφατα παντρευτεί άνοιξαν τα σπίτια τους και έβαζαν μέσα όσους χωρούσε σε όλα τα δωμάτια.
Ένα βράδυ μας είπαν να μη κοιμηθούμε στα σπίτια μας γιατί πιθανόν να γινόταν βομβαρδισμός (ήδη είχαν ρίξει βόμβες σε διπλανά χωριά,με το που βγήκαμε έξω αντικρίσαμε τον Πενταδάκτυλο να καίγεται, η νύκτα είχε γίνει μέρα ,μέχρι να μπούμε μέσα στα περιβόλια μας ξαναειδοποιήσαν να μείνουμε στα σπίτια μας.

Μάθαμε ότι οι Τούρκοι προχώρησαν και προς την Αμμόχωστο ,δεν ξέραμε τι να κάνουμε ,εντωμεταξύ οι στρατιώτες μας είπαν ότι σε περίπτωση που χρειαζόταν να εγκαταλείψουμε το χωριό μας θα μας το έλεγαν .
Είχαμε δει τους πρώτους πρόσφυγες, είδαμε την απελπισία στα μάτια τους είδαμε αυτούς που έψαχναν τα παιδιά τους, απλά δεν ξέραμε ακόμη ότι σε πολύ λίγο θα ήμασταν στην ίδια θέση με αυτούς.
Οι μέρες περνούσαν τα αεροπλάνα πετούσαν όλο και πιο χαμηλά κάθε φορά πέφταμε στα γόνατα και κάναμε το σταυρό μας είτε στο δρόμο είτε σε σπίτι κάθε φορά μας γονάτιζε ,κάθε φορά νόμιζες ότι θα πέσει η βόμβα πάνω μας.(ακόμη δεν μπορώ να ακούσω πολεμικό αεροπλάνο).
Το ρικ με τη φωνή του Σαμψών έλεγε ότι τον εχθρό τον ρίξαμε στη θάλασα ...και όλο πλησίαζε ο εχθρός και όλο σκότωνε βίαζε, έκαιγε, κατακτούσε, έδιωχνε, έπαιρνε αιχμαλώτους και μετά τους σκότωνε και όλο προχωρούσε και κορόιδευε ο εχθρός ότι μιλάει από το βυθό της θάλασσας όπου τον είχαν ρίξει οι δικοί μας (οι παλληκαράδες) και όλο προχωρούσε και γέμιζαν οι στράτες απελπισμένους γονείς ,παιδιά ,γέρους και σκοτωμένους.
Στις 14 Αυγούστου οι στρατιώτες μας είπαν να εγκαταλείψουμε το χωριό το ίδιο θα έκαναν και αυτοί το πολύ σε 2 μέρες ,βράδυ φύγαμε σαν τους κλέφτες με τα ρούχα που φορούσαμε και καναδυο κουβέρτες ,φύγαμε χωρίς να ξέρουμε ότι δεν θα ξαναγυρνούσαμε φύγαμε για να γλυτώσουμε από τα αεροπλάνα ,κανείς δεν μας είπε ότι φεύγουμε για πάντα κανείς δεν μας είπε να πάρουμε και τις αναμνήσεις κανείς δεν ήξερε, ήμασταν η χώρα που τίποτα δεν ήξερε, ήμασταν η χώρα που πούλησε τους πολίτες της.
Το ξημέρωμα της Πέμπτης μας βρήκε στην Αγία Ειρήνη των Κανναφκιών μέσα στα βουνά κάτω από μιαν οικοδομή και με ένα σκορπιό πάνω στο γιακά από το πουκαμισάκι μου ,τον είδε η μάνα μου και με μια κίνηση του χεριού της τον πέταξε μακριά.
Την Παρασκευή
το μεσημέρι μπήκαν τα τανκς στο χωριό μου ,το βρήκαν έρημο .