Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

Το προξενιό δεύτερο μέρος

Οι   τρεις τους έφτασαν στο σπίτι  της αδελφής της κυρά Μαρίκας μισή ώρα πριν από το ραντεβού ,άνοιξαν την καγκελόπορτα  της μονοκατοικίας και πριν ακόμα φτάσουν στη πόρτα του σπιτιού ένα κορίτσι γύρω στα δώδεκα ήλθε τρέχοντας και έπεσε στην αγκαλιά του Ανέστη όλο γέλια ,αυτός τη σήκωσε και της έδωσε δυο σκαστά φιλιά στα μάγουλα και μετά την αγκάλιασε από τους ώμους και της έλεγε τρυφερά πόσο μεγάλωσε και αν είναι καλό κορίτσι και υπάκουο στους γονείς της.
    Η  Χάιδω  βλέποντας τη σκηνή με τον Ανέστη και το κορίτσι που δεν ήταν άλλη από τη ξαδέλφη του ,ήταν λες και έβλεπε άλλον άνθρωπο ,ήταν τόσο τρυφερός και καλός! γιατί να μην είναι έτσι και μένα αναρωτήθηκε.
   Η  κυρά Φρόσω  η αδελφή της κυρά Μαρίκας βγήκε και τους καλωσόρισε  ,ήταν μια γυναίκα γύρω στα  σαρανταπέντε λεπτή και όμορφη ,θα την ζήλευαν πολλές τριαντάρες,ήταν ευγενική και φάνηκε να χαίρετε πραγματικά όταν αγκάλιασε τη Χάιδω,αν και κοίταξε λίγο περίεργα την αδελφή της ,σαν να της έλεγε ,με σένα θα τα πούμε μετά.
   Όταν μπήκαν στο σπίτι βρήκαν και τον άντρα της  Φρόσως να διαβάζει   μια εφημερίδα καθιστός  στο σαλόνι,μόλις τους είδε σηκώθηκε τους χαιρέτισε εγκάρδια  και έπιασε κουβέντα με τον Ανέστη  για τι άλλο; τα αθλητικά  η  κυρά Μαρίκα δεν πρόλαβε να καθίσει και τη φώναξε η αδελφή της τάχα  να τη βοηθήσει σε κάτι. Έτσι η Χάιδω έμεινε μόνη με τη μικρή ξαδέλφη του Ανέστη μιας και οι δυο άνδρες είχαν απορροφηθεί με το ποια ομάδα θα πάρει το πρωτάθλημα.
  Από μέσα ακούστηκε η φωνή της κυράς Φρόσως λίγο έντονα ,σαν να  μάλωνε για κάτι την αδελφή της,ο Ανέστης κοίταξε σοβαρός τη Χάιδω, σχεδόν τρυφερά  και ένα αχνό χαμόγελο πήγε να φανεί στα χείλη του, η Χάιδω δεν πρόλαβε καν να σκεφτεί και κτύπησε η πόρτα ,ο κυρ Θανάσης θα είναι είπε και σηκώθηκε να ανοίξει ο θείος του Ανέστη.
  Στη πόρτα φάνηκε μια γυναίκα μεγάλη που ζήτησε να δει την Μαρίκα  ο άντρας την πέρασε μέσα και φώναξε τη κουνιάδα του,τι τρέχει κυρά Πηνελόπη; γιατί ήλθες μόνη σου; Ο Θανάσης   έπεσε και έσπασε το χέρι του ,τον έστειλε ο γιατρός στο νοσοκομείο για να το βάλουν στο νάρθηκα ζητά συγνώμη για την αναστάτωση που σας έφερε.
  Η κυρά Μαρίκα για μια στιγμή νόμισε πως θα λιποθυμήσει  με το ζόρι κρατήθηκε για να μη φανερωθεί  το πόσο αναστατώθηκε,ευχαριστώ κυρά Πηνελόπη ,να πας στο καλό.
  Όταν έφυγε η γυναίκα η κυρά Μαρίκα είπε τα νέα στους υπόλοιπους που κάτι  κατάλαβαν αλλά δεν ήταν σίγουροι  ακριβώς τι έγινε,το σίγουρο όμως που έγινε ήταν ότι ο Ανέστης  έβγαλε ένα αναστεναγμό ανακούφισης που μόνο ο θείος του τον άκουσε και χαμογέλασε μέσα του, η  αδελφή της κυρά Μαρίκας   πέταξε ένα ,δεν πειράζει νάνε καλά ο άνθρωπος και κάθε εμπόδιο για καλό και κοίταξε τρυφερά τη Χάιδω  η οποία  δεν περίμενε να χαρεί τόσο που δεν έγινε το προξενιό τουλάχιστο προς το παρών,η δε κυρά Μαρίκα  τα είχε εντελώς χαμένα ,μόνο το μικρό κορίτσι είπε ,τελικά θα φάμε;
   Συνεχίζετε

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

Το προξενιό

Η Χάιδω  κοίταξε στο μικρό  θαμπό καθρέφτη και μ' έναν αναστεναγμό ίσιωσε το τριμμένο φόρεμα  που της είχαν  δώσει  πριν  τρία χρόνια  στο ορφανοτροφείο  ,ήταν ρούχα που έδιναν είτε γιατί δεν τους άρεσαν είτε γιατί πέρασε η μόδα.
   Η μόδα ήταν κάτι που η  Χάιδω δεν την είχε φορέσει ποτέ ,πάντα φορούσε ρούχα   τα οποία κάποια άλλα κορίτσια τα είχαν  βαρεθεί.
   Από δίπλα άκουσε τη θεία της  τη κυρά Μαρίκα  που κάτι έλεγε στο γιο της τον Ανέστη, στη πραγματικότητα μακρινή συγγενής ήταν ,ο μακαρίτης ο άντρας της ήταν  τρίτος ξάδελφος του παππού της Χάιδω.
   Στα εικοσιδύο της  η Χάιδω γνώρισε τη γυναίκα αυτή και το γιο της που ήταν εικοσιπέντε χρονών   και εντελώς ανεύθυνο άτομο,απορούσε που ο Βασίλης ήταν φίλος με αυτό τον νεαρό,εκείνος ήταν σοβαρός και δούλευε όταν έκλεινε η σχολή του στο καφενείο του πατέρα του,αντίθετα ο Ανέστης το μόνο που έκανε ήταν να κοιμάται σχεδόν όλη μέρα για να έχει όρεξη να βγει το βράδυ και να γυρίσει σπίτι   τις πιο πολλές φορές μεθυσμένος.
  Η  κυρά Μαρίκα εδώ και ένα χρόνο που πήρε τη Χάιδω από το ορφανοτροφείο  και την έφερε στο σπίτι,  όταν ερχόταν  ο γιος της από την Αθήνα   δεν άφηνε  τη Χάιδω να κοιμάται στο κουζινάκι αλλά την έπαιρνε στο δωμάτιο της και  έβαζε ένα ράντζο  για να κοιμάται εκεί,δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στο κανακάρη της. Είχε άλλα σχέδια για το κορίτσι.
  Η Χάιδω  έπιασε τα όμορφα μαλλιά της  με ένα κοκαλάκι   και κοιτάχθηκε ξανά στο καθρέφτη,  το πρόσωπο της ήταν κατάχλομο  ,έβγαλε το κοκαλάκι και άφησε τα μαλλιά της να πέσουν πίσω στη πλάτη της ,καλύτερα έτσι σκέφτηκε ,έτσι δεν θα δούνε τη θλίψη μου ,τα μαλλιά θα σκεπάζουν κάπως το πρόσωπο μου, πήρε μια βαθιά ανάσα για να αποφύγει τα δάκρυα που ερχόντουσαν και βγήκε έξω.
   Σχεδόν έπεσε πάνω στον Ανέστη, ε ε που πας Χάιδω, Χαϊδούλα  Δούλα;  Έτσι την έλεγε από τότε που την έφεραν στο σπίτι  Δούλα  ,τάχα μου  χαϊδευτικά του Χαϊδούλα και αυτή στην αρχή έκλαιγε  μετά όμως  δεν του έδινε σημασία,ειδικά από τότε που τον κατσάδιασε ο φίλος του  ο Βασίλης δεν το έλεγε συχνά  ,σήμερα όμως το είπε και το είπε όλο κακία,η Χάιδω γύρισε αλλού το βλέμμα και τον έσπρωξε με όλη της τη δύναμη.
  Η  κυρά Μαρίκα βγήκε από τη κουζίνα και κοίταξε τη κοπέλα μετά κοίταξε το γιο της  και του έβαλε τη φωνή,πρώτη φορά τον μάλωνε που είπε τη Χάιδω Δούλα. Πάμε τους είπε και απευθυνόμενη στο γιο της του είπε ,εσύ  δεν θα μιλήσεις καθόλου άκουσες; Ο  Ανέστης δεν αποκρίθηκε παρά μουρμούρισε  μέσα από τα δόντια του ,μωρέ ας μη μου έταζε ο κυρ Θανάσης  να μου πάρει  αμάξι και θα σου έλεγα ,αλλά έχε χάρη, λες και δεν ξέρω γιατί κάνεις αυτό το προξενιό.
   Στο δρόμο για το σπίτι της αδελφής  της κυρά Μαρίκας  ο καθένας είχε τις δικές του σκέψεις ο Ανέστης σκεφτόταν τα αμάξι που θα κέρδιζε αν γινόταν το προξενιό με τη Χαϊδούλα  ,μέσα του πάντα έτσι τη έλεγε  ,η  κυρά Μαρίκα σκεφτόταν την ανακαίνιση που θα έκανε στο σπίτι της με έξοδα του κυρ Θανάση  και η Χάιδω σκεφτόταν  ότι ήταν αναγκασμένη να παντρευτεί έναν εξηντάρη  για να φύγει από τη μιζέρια  και να είναι δούλα   της κυρά Μαρίκας ,γιατί η κυρά Μαρίκα δεν τη πήρε στο σπίτι γιατί ήταν πονόψυχη αλλά για να έχει  κάποια να της κάνει τις δουλειές  και να παίρνει και το επίδομα που έδινε για ένα χρόνο το ορφανοτροφείο  σε αυτούς που φιλοξενούσαν τα ορφανά  μέχρι να γίνουν οι κατασκευές  που προξένησε ο σεισμός.
  

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Εδώ ο καλός μανάβης

Πήγα στο πανηγύρι του  χωριού του συζύγου, είχε μια ορχήστρα με δημοτικά ,λαϊκά και δεν συμμαζεύεται .
 Είχε δροσιά και αυτό μετράει πολύ περισσότερο για μένα από τα πανηγύρια(άλλο η γιορτή της Παναγίας) και άλλο τα παναύρκα.
 Σας βάζω και φωτογραφίες από τα ζωάκια ΜΑΣ  και τα φυτά ΜΑΣ.Έχουμε και πατάτες,χα χα χα

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

Ο Νικολόπουλος ήταν υπέροχος.

Η   βραδιά ήταν υπέροχη  ο Νικολόπουλος  ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟΣ και τα παιδιά  που ερμήνευσαν τα τραγούδια του υπέροχα.
Διερωτάσαι καμιά φορά πως μπορεί κάποιος με ένα μπουζούκι να ξεσηκώνει το κόσμο και όμως μια χαρά ξεσήκωσε όλο το κόσμο που τραγούδησε ,χόρεψε και χειροκρότησε  πολύ.
 Δεν είναι τυχαίο, ο άνθρωπος  ξέρει τη δουλειά του ,απλός και αγαπητός.Μακάρι οι καινούριοι που μας ξεφυτρώνουν κάθε μέρα  και θέλουν να λέγονται καλλιτέχνες να έχουν κάτι από το νυχάκι που κόβει και πετάει από το μικρό του δαχτυλάκι.
  Απόψε έχουμε το τρύφωνο  λέω να πάω.

Υ.Γ.Είχα γυρίσει  και βίντεο αλλά δεν κατάφερα να το βάλω 

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

Ενα μικρό δείγμα

Ένα μικρό δείγμα  από  την αποψινή βραδιά εκεί θα είμαι  δεξιά και αριστερά θάλασσα και στην εξέδρα ο Χρήστος Νικολόπουλος ,φυσάει και ένα αεράκι!!!!
 Βγήκα στη ταράτσα και  πήρα μάτι ,αύριο περισσότερα από  ΕΚΕΙ!!!!!!!!!!

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Αύγουστος και οι επέτειοι του

Ο  Αύγουστος   πριν το 1974  ήταν  για μένα πολύ αγαπητός μήνας,τώρα δεν είναι ,τώρα είναι ένας μήνας όλο άσχημες επετείους.
  Επέτειος από τη δεύτερη εισβολή ,επέτειος από το ξεριζωμό από το σπίτι μου,επέτειος από τη δολοφονία του Ισαάκ ,επέτειος από τη δολοφονία του Σολωμού από τους  Τούρκους,επέτειος από τη συντριβή του αεροπλάνου  που πήρε μαζί τους τόσους αθώους.
 Είναι ένας μήνας που παλιά το Δεκαπενταύγουστο ήταν  μια γιορτή,ένα μικρό Πάσχα τώρα  τα πράγματα έχουν αλλάξει ,ίσως να μην έπρεπε να σκέφτομαι έτσι ,  αλλά  δυστυχώς τα πράγματα έτσι είναι, η Κύπρος  αυτό το μήνα είναι γεμάτη από άσχημες αναμνήσεις, θλιβερές αναμνήσεις.

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Θάλασσα

Ε,  που θα μου πάει, ένα δρόμος μας χωρίζει,δεν θα τα καταφέρω να βρέξω τα πόδια μου;;