Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

Αγαπημένε μου βράχε.

Αγαπημένε μου βράχε που σ'εχω για πατρίδα μου,εσύ που με δέχτηκες με την πρώτη ανάσα που βγήκε από τα μικρά μου πνευμόνια εσύ που με άφησες να σε πατήσω με τα μικρά μου ποδαράκια, εσύ που δέχτηκες τα πρώτα μου δάκρυα να πέφτουν καυτά πάνω στο βραχένιο σου κορμί θέλω να σου πω ότι σε αγαπώ.
Κάποτε πήρα το κουφάρι μου και έφυγα από κοντά σου αλλά σε πήρα μαζί μου ,όπου πάω θα σ' έχω μαζί μου,εσένα που σε πρόδωσαν τα ίδια σου τα παιδιά που σε βίασαν οι κατακτητές, εσένα που οι ποιητές έγραψαν ύμνους και οι βάρδοι σε τραγούδησαν εσένα που όλοι σε πατάνε αλλά κανένας δεν γίνετε χαλί για το χατήρι σου.Σε αγαπώ όπως ήσουν κάποτε όπως είσαι τώρα και όπως θα είσαι για πάντα
Για μένα δεν έχει δυο κομμάτια να αγαπήσω για μένα ένα κομμάτι είσαι βράχε μου, δεν δέχομαι να σε μοιράσω από όποια μεριά και να είμαι .
Αγαπημένε μου βράχε στέρεψε το νερό σου και παίρνουν την αλμύρα σου για να δροσιστούν.
Κάνουν πολέμους, για χατήρι σου, σε μοιράζουν στη μέση και εσύ πονάς αλλά δεν έχει καμιά σημασία γι' αυτούς,σε θέλουν όλοι .Η δήθεν αγάπη τους για σένα σε κατέστρεψε. Δεν θα σε ρωτήσει κανένας βράχε μου, τι θέλεις εσύ, εξάλλου εσύ δεν μιλάς ,το μόνο που ακούγετε από σένα είναι τα κύματα που σπάνε πάνω στο βραχένιο σου κορμί και σε δροσίζουν.Στα γράφω όλα αυτά για να σε ευχαριστήσω που με δέχεσαι πάντα στην αγκαλιά σου σαν ένα παιδί σου.

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

Τα γυαλιά μου ρε παιδί μου!!



Τα μάτια μας που τα βλέπουν όλα (έτσι νομίζετε) μάτια πράσινα ,μαύρα καστανά, γαλανά μελισσιά ,που λέει και το τραγούδι।Όμορφα μάτια, μεγάλα, μικρά ,στρογγυλά ,σκιστά (αυτές τις μέρες θα χορτάσουμε σκιστά μάτια λόγω ολυμπιακών αγώνων) μάτια ζεστά, μάτια λάγνα όλο υποσχέσεις ,μάτια ψυχρά με βλέμμα δολοφόνου (είπα να το κάνω θρίλερ)Μάτια τσαχπίνικα, μάτια γουρλωτά ,μάτια μισόκλειστα ,αυγά μάτια। Όλα με τη δική τους χάρι και τη δική τους ιστορία, άλλα ταξίδεψαν και είδαν θαυμαστά πράγματα και άλλα τίποτα το σπουδαίο, άλλα φοράνε γυαλιά μυωπίας και άλλα πιο τυχερά βλέπουν τα πάντα χωρίς βοήθεια ,το Καλοκαίρι φοράνε γυαλιά ηλίου για να τα προφυλάξουν
Όλα όμως τα μάτια κάποια στιγμή θα φορέσουν τα γυαλιά τους. Όταν τα γράμματα από τον τηλεφωνικό κατάλογο όλος περιέργως αρχίζουν και μικραίνουν και εσύ ζητάς να σου βρούνε το τάδε νούμερο(και αρχίζεις και εσυ να νιώθεις νούμερο,τι έγινε ρε παιδιά?που πήγαν τα γράμματα? φέρτε πίσω τον κατάλογο με τα κανονικά γράμματα) .Πηγαίνεις να τηλεφωνήσεις θέλεις τα γυαλιά σου ,παίρνεις την εφημερίδα να δεις πότε θα λυθεί το κυπριακό θέλεις τα γυαλιά σου σε αυτό βέβαια και μικροσκόπιο να βάλεις για να δεις το ίδιο θα σου βγει άλυτο γι'αυτό δες καμιά κηδεία καλύτερα ,πηγαίνεις στο σούπερ μάρκετ μα χωρίς γυαλιά?πως θα δεις τις τιμές ?αν έληξε το γιαουρτάκι? το σαμπουάν πως θα το δεις αν είναι δύο σε ένα,?που πας καραμήτρο στη δουλειά χωρίς τα γυαλιά σου?,πως κάθεσαι στον υπολογιστή χωρίς τα γυαλιά της ΠΡΕΣΒΥΩΠΙΑΣ? Πως θα διαβάσεις εσύ που κοντεύεις τα πενήντα τις κακίες που γράφω? Τι στο καλό?σαν να μίκρυναν τα γράμματα, βρε φέρτε πίσω τα καινούργια μου γυαλιά, όχι τίποτα άλλο αλλά να μπορώ να διαβάζω και τα σχόλια ,δεν φταίω εγώ τα γράμματα είναι μικρά। Τι γελάτε εσείς μικρά? Χμ εκεί που είσαι ήμουν και εδώ που είμαι θάρθεις μαζί με το γυαλλί της πρεσβυωπίας κορόιδο.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2008

Δεκατέσσερις Αυγούστου

Ένιωσε να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια του δεν περίμενε να του ζητήσει αυτή τη χάρη ο πατέρας του, τώρα στα τελευταία του।Πριν δυο μέρες του τηλεφώνησε η αδελφή του να ρθει επειγόντως στη Κύπρο ,γιατί ο πατέρας τους δεν ήταν καλά।Δεν έχασε καιρό αφού τακτοποίησε κάποιες εκκρεμότητες στη δουλειά του πήρε το αεροπλάνο από την Αθήνα και τώρα βρισκόταν στο νοσοκομείο δίπλα στον πατέρα του।Οι γιατροί είπαν ότι έπρεπε να γίνει εγχείρηση γιατί υπήρχε σοβαρό πρόβλημα αλλά λόγω της μεγάλης ηλικίας ήταν επικίνδυνο। ,Μίλησε με την αδελφή του και μετά με τον πατέρα του, η μητέρα του τους άφησε χρόνους εδώ και τρία χρόνια και με τον καημό ότι δεν μπόρεσε να δει τους τόπους τους ελεύθερους ।Και τώρα ο πατέρας του τού ζητούσε κάτι αδιανόητο γι' αυτόν, έκανε να μιλήσει αλλά τον διέκοψε ο πατέρας του και του είπε με δάκρυα στα μάτια, υποσχέσου μου πρέπει να το πάω στη μάνα σου της το έταξα।Και νάτος τώρα μαζί με δυο φίλους του να δείχνει το διαβατήριο του στους κατακτητές για να περάσει απέναντι για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια που άνοιξαν τα οδοφράγματα, για να πάει στο χωριό του।Αυτός που όταν άκουσε για το άνοιγμα έβριζε θεούς και δαιμόνους γι' αυτούς που περνάγανε απέναντι και τους θεωρούσε προδότες।Οι φίλοι του είχαν ξαναπάει ο ένας ήταν χωριανός ο άλλος δεν ήταν πρόσφυγας αλλά γνωρίστηκαν από τότε που δέκα χρονών και οι τρεις πήγαιναν στο ίδιο σχολείο στην ίδια πόλη και η φιλία τους κράτησε όλα αυτά τα χρόνια παρόλο που αυτός εδώ και εφτά χρόνια τον περισσότερο καιρό ζούσε στην Αθήνα λόγω δουλειάς।Καθώς προχωρούσε το αυτοκίνητο οι αναμνήσεις άρχισαν να ξεπιδάνε μπροστά του, καθόταν στη θέση του συνοδηγού και κοιτούσε μπροστά φέρνοντας στο μυαλό τις 14 Αυγούστου που στοιβαγμένος μαζί με την αδελφή του και τους γονείς του και άλλους χωριανούς στη καρότσα ενός φορτηγού έβλεπε το χωριό του να μικραίνει όσο ξεμάκρυνε το φορτηγό και ένα παιδί στην ηλικία του να του κουνά το χέρι και αυτός να κρατά σφιχτά στο δικό του χέρι ένα κομμάτι χαρτί।Φτάσαμε, η φωνή του φίλου του τον έκανε να αναπηδήσει κοίταξε γύρω του, ήταν στην άκρη του χωριού μπροστά στα πρώτα σπίτια ,ένιωσε τα πόδια του μουδιασμένα από την ταραχή ,νόμισε ότι είχε παραλύση, έλα φίλε μου άκουσε τον άλλο φίλο να του λέει συγκινημένος।Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και κοίταξε γύρω ψάχνοντας κάτι γνώριμο από τις παιδικές του αναμνήσεις αλλά δυσκολευόταν.Πρροχώρησαν με τα πόδια και στρείψανε αριστερά και τότε το είδε του φάνηκε τόσο μικρό είχε κοκαλώσει αν δεν τον τράβαγαν οι φίλοι του ακόμα εκεί θα στεκόταν με τα μάτια δακρυσμένα,Το σπίτι ήταν κλειστό η αυλή είχε κάποια δένδρα δεν θυμόταν αν τα φύτεψαν άλλοι ή ήταν από τον πατέρα του φυτεμένα ,δεν είχε και καμιά σημασία όμως η δεξαμενή ήταν εκεί ,τώρα την έβλεπε ότι ήταν τόσο μικρή, πριν τριάντα χρόνια νόμιζε ότι ήταν ολόκληρη πισίνα, ήταν στεγνή και στον πάτο είχε ένα παπάκι πλαστικό και ένα αυτοκινητάκι, έκανε να χαμογελάσει και τότε άκουσε μια φωνή να λέει ,είναι του γιου μου, σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε εκείνα τα μαύρα μάτια να τον κοιτάνε σαν να έβλεπαν φάντασμα καρντάση μου, εσύ είσαι αδελφέ μου και πέφτοντας ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κλάψανε σαν μικρά παιδιά όπως τότε που αποχαιρετηστήκαν και ο ένας πήρε το δρόμο της προσφυγιάς।Κάθισαν εκεί που σαν ήταν μικρά παίζανε τσακωνόντουσαν και πάλι τα έβρισκαν είχαν τόσα πολλά να θυμηθούν!!.Όταν ήλθε η ώρα να φύγουν ο φίλος του πήγε δίπλα στο δικό του σπίτι και έφερε ένα κομματάκι
χαρτί και απλώνοντας το χέρι του το έδωσε , τότε βγάζοντας και αυτός το πορτοφόλι του έβγαλε ένα άλλο κομματάκι χαρτί που όταν τα ένωνες έβλεπες ένα περιστέρι ζωγραφισμένο στο χέρι λίγο ξεθωριασμένο ।Σε κάποια στιγμή που ήταν μόνος του έσκυψε κάτι μάζεψε και βάζοντας το στο σακουλάκι που είχε στη τσέπη του ξεκίνησαν για την επιστροφή.Φτάνοντας στο νοσοκομείο πήγε δίπλα στον πατέρα του και παίρνοντας το χέρι του του το έβαλε μέσα στο σακουλάκι στο έφερα πατέρα ,αυτός με τα δάκτυλα του χάιδεψε το χώμα που του έφερε ο γιος του από τον τόπο που γεννήθηκε παντρεύτηκε έκανε οικογένεια,ναι τώρα μπορούσε να φύγη πιο ήσυχος τώρα μπορούσε να πάει να βρει την αγαπημένη του γυναίκα πηγαίνοντας της το πιο όμορφο δώρο ,λίγο χώμα από το χωριό τους.