Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Σηκωμένα και πεσμένα.

Είναι το πρώτο λουλουδάκι που άνθισε φέτος στο μπαλκόνι μου μυρίστε το.

Επειδή τα μιλλωμένα τελειώνουν αύριο είπα να σας γράψω μια μικρή ιστορία σχετικά με τα σηκώματα .

Κάποτε ήταν ένας φουκαράς που η γυναίκα του πέθανε αφήνοντας στα χέρια του το κοριτσάκι τους μικρό ακόμη. Δούλευε σαν τον σκλάβο για να μη λείψει τίποτα από το παιδί του και ήταν γι' αυτήν και πατέρας και μητέρα. Συζητούσαν τα πάντα μαζί. (κάντε υπομονή θαρθεί και το (καλό).
Μεγάλωσε η κόρη του και ήλθε η ώρα για να παντρευτεί. Την πήρε ο πατέρας της και της λέει: Κόρη μου μάνα δεν έχεις για να σου μιλήσει για την πρώτη νύκτα του γάμου σου, μέχρι τώρα κουβεντιάζαμε τα πάντα μαζί, γιαυτό και τώρα θέλω αν κάτι δεν πάει καλά την πρώτη νύκτα του γάμου σου να μην ντραπείς και να έρθεις να το συζητήσουμε. Εντάξει πατέρα λέει η κόρη.(τι να έκανε ο φουκαράς?)

Έγινε ο γάμος και μετά από λίγες μέρες ρωτά ο πατέρας τη κόρη του, εντάξει όλα παιδί μου;
Εντάξει πατέρα ,αλλά έχουμε ένα μικρό πρόβλημα όμως ντρέπομαι να σου το πω! Παιδί μου λέει πες ότι είμαι η μάνα σου και πες μου, εγώ μόνο την ευτυχία σου θέλω. Να πατέρα του λέει , ο άντρας μου την έχει μεγάλη και δυσκολευόμαστε,(γελάτε χμ κάντε υπομονή γελά όποιος γελάει τελευταίος)
Έλα αύριο παιδί μου να δούμε τι θα κάνουμε.Την άλλη μέρα πάει η κόρη στον πατέρα και αυτός της δίνει μια φούρκα( διχάλα). Δώστην στον άντρα σου της λέει να την βάζει από πάνω για να κόβει λίγο τη φόρα(τι λέω η γυναίκα).

Πράγματι μετά από λίγο καιρό πάει στον πατέρα της και του λέει πάρε πατέρα πίσω τη φούρκα(διχάλα), μας βοήθησε και τώρα ελέγχει την κατάσταση .Όχι παιδί μου κράτησε την. Σε λίγα χρόνια θα την χρειαστεί για να την βάζει από κάτω.

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Καλό κόψιμο της μούττης της Σαρακοστής

Για τους φίλους Ελλαδίτες έτσι λέμε για την Καθαρά Δευτέρα πάμε στην εξοχή να κόψουμε την μύτη της Σαρακοστής ,είναι η αρχή της νηστείας.

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Το γέλιο ήλθε από ΨΗΛΑ

Ως γνωστόν εγώ πολιτικά θέματα και πολύ σοβαρά ενημερωτικά δεν γράφω, όχι γιατί δεν με ενδιαφέρουν αλλά είναι άλλοι που τα ξέρουν και τα γράφουν καλύτερα.
Τώρα αν μου πείτε και τι γράφεις εσύ? Θα απαντήσω με περηφάνια περί ανέμων και υδάτων(όσο έχουμε ακόμα ύδατα μην λέμε και ότι θέλουμε) και όποιον πάρει ...........το ελικόπτερο.
Σκεφτόμουν που λέτε όχι και πολύ ώρα βέβαια ,γιατί φοβάμαι μην μπλοκάρει και το μυαλό( δεν θέλω κακίες).
Σκεφτόμουν που λέτε ότι εδώ και κάμποσο καιρό το μόνο που ακούμε είναι η ΚΡΙΣΗ που έρχεται που θα έρθει που ήρθεεεεε.Και λίγο πολύ ένα άγχος όλοι το είχαμε ,θα έχουμε δεν θα έχουμε δουλειά και τα γνωστά αχ και βαχ και υπήρχε μια κατήφεια στο πρόσωπο του Έλληνα ο οποίος είχε να γελάσει από τότε που σηκώσαμε το ΤΙΜΗΜΕΝΟ.Και περιμέναμε τι άλλο θα σηκωθεί εκτός από το( γνωστό) και ξαφνικά ήλθε από μηχανής .....ελικοπτέρου .ΝΑΙ ήλθε από τον ουρανό και κάθισε κάτω και ξανασηκώθηκε παίρνοντας την κατήφεια από τα πρόσωπα των (κατηφειασμένων ) και ξαναφάνηκε το γέλιο στα χείλη και τρέξανε δάκρυα (όχι από χαρά) από τα γέλια.
Και είπε ο λαός ΝΑΙ υπάρχει κράτος και μας δίνει λόγους για να γελάμε.


Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Καλές Απoκριές


Στη Κύπρο τα παλιά χρόνια τότε που ακόμα τα προξενιά ήταν σχεδόν και ο μόνος τρόπος για να γίνει ένας γάμος οι μέρες των αποκριών ήταν οι ευνοϊκότερες για τέτοιου είδους συναλλαγές.
Αυτές τις μέρες λοιπόν οι κοπέλες που ήταν και σε ηλικία γάμου τις περίμεναν με ανυπομονησία γιατί ίσως τότε κάποιος που (συμπαθούσαν) έστελνε προξενιά.
Σκεφτείτε όμως την απογοήτευση τους όταν δεν γινόταν αυτό !!!

Το πιο κάτω τραγούδι το έλεγαν στα τραπέζια που μαζευόντουσαν φίλοι και συγγενείς για να γιορτάσουν όλοι μαζί τις αποκριές και αφορά τις ανύπαντρες που ήταν σε ηλικία γάμου.

Επήασιν οι σήκωσες
επήαν τζ' οι Τυρινάες
τζ' έμείνασιν οι κοπελιές
με δίχα τους αντράες.
Για τους φίλους Ελλαδίτες
σήκωσες λέμε τις αποκριές γιατί σηκώνουν (καθαρίζουν) ότι υπάρχει στο τραπέζι για να μην το φάνε τη Σαρακοστή που αρχίζει η νηστεία.

Πέρασαν οι αποκριές
πέρασαν και της Τυρινής
και έμειναν οι κοπέλες
δίχως συζύγους


ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ
Εψόφησεν το γαούριν του Σωτήρη
τζι' ο Σωτήρης έκλαιεν
Τζι' Σωτηρού του λάλε
Μεν κλαίεις Σωτήρη
Η πετσιά του κάμνει γούνα
τάντερα του μακαρούνια
η κκελέ του ζαλατίνα
τζι' ο νούρος μουγιαστήρι
να μουγιάζει το Σωτήρη
κάθε Σάββατον το δείλις

Γαούριν==γαϊδούρι
κκελέ==κεφάλι
νούρος---ουρά
ζαλατίνα ---πηχτή
μουγιαστήρι---μυγοσκοτώστρα

Καλές αποκριές κοπέλια


Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

ΚΥΠΡΟΣ

Έχω ένα τόμο του εκδοτικού οίκου Χάρη Πάτση ,έκδοση του 1971 ο οποίος είναι αφιερωμένος εξολοκλήρου στη Κύπρο ,έχει φωτογραφίες πεζογραφήματα ,για την ιστορία της Κύπρου και πολλά ποιήματα για την Κύπρο από Έλληνες και Ελληνοκύπριους ποιητές. Μερικά είναι γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο. Σήμερα βρήκα ένα με τίτλο ΚΎΠΡΟΣ και είναι του Γιάννη Κ. Παπαδόπουλου και για να είμαι ειλικρινής δεν τον γνωρίζω.


ΚΥΠΡΟΣ

Απόψε ήρθε στο νου μου
το σκλαβωμένο μου νησί
και μου γέμισε δάκρυα τα μάτια
με τον μεγάλο του καημό.
Κι 'έμοιαζε σαν κυνηγημένο πουλί
που το πετροβολούνε χρόνια
σκληρόκαρδα παιδιά
κι' είχε μια βαθειά πληγή στο λευκό στήθος
κι' άλλα αίματα στις φτερούγες
που μου γέμισαν δάκρυα τα μάτια.
Τ' όνειρο μου είναι τόνειρο
του σκλαβωμένου πουλιού
που χρόνια τρεμοφτερουγάει
μέσα σε σκουριασμένα τέλεια
(κι' αν τ'ασημώσουν
δεν αλλάζει τ' όνειρο του πουλιού)
......Συλλογίζομαι τες γενιές των γενιών
που ζήσανε το δράμα
της καρφιτσωμένης πεταλούδας
Κύριε του δικαίου και της λεφτεριάς,
πεινάμε και διψάμε δικαιοσύνη
πεινάμε και διψάμε λεφτεριά.
Δώσε μας πίστη και δύναμη
κι'ευλογία.

Εγώ απλά το έγραψα όπως είναι τυπωμένο.

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Δεν είδα όμορφες βουνοκορφές είδα μόνο νερό




Μέχρι τώρα νόμιζα πως ήμουν ρομαντική όμως εδώ και δυο χρόνια τον χειμώνα δεν τον βλέπω σαν εποχή που μαζεύετε κάποιος γύρω από το τζάκι αλλά σαν ανάγκη .
Για παράδειγμα παλιά όταν έβρεχε μου άρεσε να κάθομαι και να ακούω τη βροχή να φαντάζομαι τζάκια κάστανα ζεστά ροφήματα καλή παρέα μην σας πω και κανένα κοψίδι στη φωτιά του τζακιού.(Τζάκι δεν έχω , με το μυαλό μου έκανα γλέντια).
Τα δε χιόνια όταν ήμουν μικρή τα φανταζόμουν μόνο γιατί εκεί που έμενα ποτέ δεν χιόνιζε, μου άρεσαν οι κάρτες με χιονισμένα τοπία ειδικά αυτές των Χριστουγέννων.
Αργότερα όταν τα έζησα και ταλαιπωρήθηκα δεν ήθελα ούτε να τα βλέπω, άλλοι τα έβλεπαν σαν γιορτή και ευκαιρία να πάνε εκδρομή να κάνουν σκι να παίξουν χιονοπόλεμο ,εγώ τα έβλεπα σαν μπελά και αυτό από το 1980 και μετά πιο πριν όταν τα έβλεπα ήμουν μέσα στη ρομάντζα.
Όμως εδώ και 2-3 χρόνια τα βλέπω όλα αλλιώς και δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσιάζει αυτό το γεγονός.
Βλέπω τη βροχή και λέω άσε να ρίξει να ποτίσει η γη γιατί θα ξεραθούν όλα και θα ερημοποιηθεί ο τόπος( έχουμε μάθει και την ερημοποίηση τώρα δεν μας έφτανε η έρημος της Σαχάρας)
Τα χιόνια τώρα το ρομαντικό μου το μυαλό τα βλέπει με άλλο μάτι , άσε να ρίξει να λιώσουν αργότερα για να γεμίσουν τα ποτάμια να το ρίξουν στις λίμνες να έχουμε νερό να πιούμε ,μην πεθάνει ο κόσμος από τη δίψα μην πάθουμε όπως αλλού που πεθαίνουν για λίγο νερό.(Βέβαια είναι και άλλοι που τα χιόνια τα θέλουν γιατί θα γεμίσουν τα χιονοδρομικά κέντρα κατ επέκταση και οι ταβέρνες και οι ξενώνες, τα μαγαζιά και θα πουλήσουν τα σκι τα τρέντι μπουφάν και άλλα αξεσουάρ πιθανόν μάρκες ακριβές, γιατί δεν θα πας για σκι με ότι κι' ότι που λέει και η διαφήμιση
Εγώ πάλι το πρωί όταν βγήκα στο μπαλκόνι για να ελέγξω τι γίνετε στα πέριξ είδα με ικανοποίηση τα βουνά χιονισμένα και αμέσως σκέφτηκα ότι σε λίγο θα γεμίσει και η λίμνη του Μόρνου που κοντεύει να στερέψει. Μπήκα μέσα φόρεσα και το σκούφο μου γιατί έκανε ψοφόκρυο και έβγαλα και φωτογραφίες να δείτε τι είδα. Έλεγα να βγω στη ταράτσα, αλλά αργότερα, για πιο καλές φωτογραφίες όμως είχαν μαζευτεί σύννεφα και σκέπασαν τα βουνά.
Γι' αυτό λέω που πήγε το ρομαντικό μου που όλα τα βλέπω σαν ανάγκη για επιβίωση? Πως έχω γίνει έτσι?Να δω τι θα λέω για το Καλοκαίρι που τόσο μου αρέσει ,να δω τι θα λέω που θα με βαρά ο ήλιος και θα ζαλίζομαι. Με τίποτα ευχαριστημένη ρε παιδί μου.


Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Ο τίτλος δικός σας.

Τον πρώτο καιρό δεν ήξεραν τίποτα ο ένας για τον άλλον ,το κακό τους βρήκε αναπάντεχα πήραν τις οικογένειες τους και τράβηξαν για τα βουνά,πέταξαν μέσα στο αυτοκίνητο δυο τρεις κουβέρτες για να περάσουν το βράδυ,στα βουνά ίσως να έκανε κρύο και ας ήταν καλοκαίρι . Όταν πια ανηφόρησαν για τα καλά και δεν ακουγόντουσαν τα αεροπλάνα μπήκε στη πλατεία του πρώτου χωριού που βρήκε μπροστά του και σταμάτησε. Τα κορίτσια στο πίσω κάθισμα 18 και 20 χρονών ηρέμησαν κάπως η γυναίκα του τους κρατούσε το χέρι και προσπαθούσε από ώρα τώρα να τις ηρεμήσει παρόλο που και η ίδια έτρεμε από το φόβο της. Δίπλα του καθόταν ο πατέρας του σκεφτικός και ταλαιπωρημένος ,δεν τολμούσε να κοιτάξει τον γιο του που τα χέρια του είχαν ασπρίσει σφίγγοντας το τιμόνι και η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του.
Έπρεπε να πάρει την οικογένεια του από αυτή τη κόλαση ,κανείς δεν περίμενε αυτό το κακό και όμως έπρεπε να το ξέρουν ,τώρα πια δεν είχε σημασία το κακό έγινε και έπρεπε πάσι θυσία να προστατέψει την οικογένεια του.
Έφερε στο μυαλό του την αδελφή του που ζούσε στη Λεμεσό, τι να έγινε εκεί? Άραγε είναι ασφαλής? Ο γιος της είχε πάει φαντάρος πριν έξι μήνες που να βρίσκετε τώρα?
Αλλά και ο πατέρας του δίπλα τα ίδια σκεφτόταν και η γυναίκα του, ο αδελφός της με τη νύφη της θα πήγαιναν και αυτοί σε κάποιο ορεινό χωριό για να γλυτώσουν τους βομβαρδισμούς και όταν θα ηρεμούσαν τα πράματα θα ξαναγύριζαν στα χωριά τους.
Όλοι έτσι σκεφτόντουσαν να ηρεμήσουν τα πράγματα και να γυρίσουν στα σπίτια τους. Και ο αγαπημένος τους γείτονας που τόσα χρόνια τώρα άσχημη κουβέντα δεν αντάλλαξαν , ακόμα και όταν τα παιδιά μικρά που ήταν, όταν τσακωνόντουσαν έπαιρνε ο καθένας το δικό του και μα με το καλό μα με το άγριο τους έδιναν να καταλάβουν ότι τίποτα δεν πρόκειται να χαλάσει αυτή τη φιλία.
Και αυτά όμως τα έβλεπες μετά από καμιά ώρα να παίζουν ανέμελα λες και δεν ήταν αυτά που ξεσήκωναν τον τόπο με τους τσακωμούς τους. Μεγαλώνοντας τα κορίτσια έγιναν αχώριστα με τα γειτονόπουλα τις συνομήλικες τους και τον Αντρίκο το μικρό που όλες μαζί τον πείραζαν .
Σε κάποιο άλλο χωριό ο Δημήτρης με τη γυναίκα του και τα τρία του παιδιά βρίσκονταν στο σπίτι ενός κουμπάρου του που θα τους φιλοξενούσε , ο Δημήτρης του είπε πως δεν πειράζει θα βολευόντουσαν στο αυτοκίνητο, τώρα βέβαια πως θα βολευόντουσαν εφτά άτομα η ψυχή του το ήξερε .
Πέντε άτομα ήταν αυτός με την γυναίκα του και τα τρία του παιδιά συν δυο άτομα τα πεθερικά του ,με το ζόρι χωρούσαν μέσα στο αυτοκίνητο,ήξερε όμως και τις δυσκολίες που περνούσαν οι κουμπάροι του με τέσσερα παιδιά και τους παππούδες μέσα σ' ένα σπίτι τριών δωματίων.
Στο τέλος βάλανε τα πεθερικά στο σπίτι για να μην ταλαιπωρούνται και οι άλλοι κοιμήθηκαν, τρόπος που λέγει στο αυτοκίνητο καθιστοί .Αυτός κάθισε σε ένα παγκάκι στην πλατεία μαζί με τη γυναίκα του ρίξανε μια κουβέρτα στους ώμους τους και προσπαθούσαν να καταλάβουν τι στην ευχή έγινε ,σε λίγο η πλατεία γέμισε από αυτοκίνητα ,τρακτέρ με ότι μέσον έβρισκε ο καθένας φτάνει να γλυτώσει τα παιδιά του από το κακό, ήλθε και ένα λεωφορείο γεμάτο κόσμο ,ο οδηγός του λεωφορείου έβαλε όσους χωριανούς χωρούσε ,βασικά διπλάσιους έβαλε δεν είχαν όλοι δικά τουςαυτοκίνητα ,κάποιος έπρεπε να τους μεταφέρει, σε κάποιες ανηφόρες οι άνδρες κατέβαιναν και έσπρωχναν για να τα καταφέρει να βγάλει την ανηφόρα.
Πόλεμος αυτό γινόταν ένας πόλεμος που δεν έμελλε να αφήσει τους δυο φίλους να πάνε ποτέ στα σπίτια τους. Τα χρόνια περνούσαν και οι δυο φίλοι βρέθηκαν ο ένας οικογενειακώς στην Αυστραλία και άλλος στη Λεμεσό καμιά φορά ο Δημήτρης μάθαινε νέα τους Γιώργη από την αδελφή του ,ο πόλεμος στάθηκε ακόμα πιο σκληρός γι' αυτήν ο γιος της το παλικάρι της ακόμη αγνοείτε άλλοι της είπαν ότι σκοτώθηκε άλλοι ότι τον είδαν στα Άδανα και ήταν ζωντανός, ο γιος της δεν γύρισε ποτέ και κανένας δεν βγήκε να της πει ούτε αυτής ούτε και στις άλλες μανάδες τι απέγιναν τα παιδιά τους ,ίσως αυτές μόνο ξέρουν τι έγιναν τα παιδιά τους αφού οι περισσότερες έχουν πεθάνει μετά από 35 χρόνια προσμονής ,με αυτό το καημό και με το μαράζι του γιου του πέθανε και ο άνδρας της.
Μετά από είκοσι χρόνια ξενιτιάς ο Γιώργης αποφάσισε να γυρίσει πίσω οι κόρες του δεν θέλησαν, είχαν παντρευτεί εκεί είχαν τις δουλειές τους και τα παιδιά τους πήγαιναν εκεί σχολείο ,έτσι αποφάσισαν να μείνουν και να έρχονται να βλέπουν τους γονείς τους. Ο Δημήτρης είχε χάσει τη γυναίκα του πριν δυο χρόνια τα πεθερικά του είχαν πεθάνει και αυτά με τον μεγάλο καημό ότι δεν μπόρεσαν να γυρίσουν στους τόπους τους.
Η αδελφή του Γιώργη μόλις έμαθε ότι ο αδελφός της θα ερχόταν να μείνει για πάντα στη Κύπρο πήρε τηλέφωνο και το είπε στον Δημήτρη ,έτσι εκείνη την Κυριακή ο Δημήτρης με τη γυναίκα του πήγαν στην εκκλησία όπου και έγινε και το μνημόσυνο της αγαπημένης τους φίλης και γειτόνισσας και μετά τη λειτουργία όλοι μαζί πήγαν στον τάφο όπου έκλαψαν για τα χρόνια που πέρασαν μέσα στη προσφυγιά, έκλαψαν που αναγκάστηκαν να ξεσπιτωθούν και να ζήσουν σε ξένους τόπους μακριά από αγαπημένα πρόσωπα,έκλαψαν για τα χαμένα παλικάρια που χάθηκαν έτσι άδικα ΄και για τις ψεύτικες υποσχέσεις των μεγάλων. Έκλαψαν που ξέρουν πως και αυτοί θα πεθάνουν κάποια στιγμή χωρίς να δουν την πατρίδα τους ενωμένη και ελεύθερη από τους κατακτητές.
Αυτή είναι η προσφυγιά ξεριζωμός νεκροί και μεγάλα λόγια από τους μεγάλους ψεύτικα λόγια ,και ψεύτικες υποσχέσεις.
.


Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

Αν μπορείς πιάσε με

Συννεφούλα συννεφούλα να γυρίσεις σου ............
Συννεφιές συννεφιές όταν δεν σε βλέπω έχω......................
Συννεφιασμένη ΚΥΡΙΑΚΉ............................


Συννέφιασε συννέφιασε συννέφιασε ο ουρανός....................


Βάζω μερικές φωτογραφίες από σύννεφα που κανείς δεν μπορεί να τα φτάσει και να τα θυμώσει.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

Αληθινά όνειρα

Κάθισε κάτω από τη σκιά του μεγάλου δένδρου πάνω στο ξύλινο παγκάκι που τα χρώματα του είχαν ξεφτίσει από πολύ καιρό,ίσως κάποτε να ήταν βαμμένο πράσινο.
Πήρε το βιβλίο και προσπάθησε να διαβάσει ,αλλά η μέρα ήταν τόσο όμορφη!! αρχές της Άνοιξης ο ουρανός ήταν καταγάλανος ,ούτε ένα συννεφάκι δεν φαινόταν στον ορίζοντα ,αντίθετα με την προηγούμενη βδομάδα που έριχνε κατακλυσμό και ο αέρας δεν σε άφηνε να ξεμυτίσεις
Σήμερα όμως τίποτα δεν την κρατούσε στο σπίτι. Κάθε Τετάρτη είχε ρεπό από το εμπορικό όπου δούλευε μέχρι να πάρει το πτυχίο της ,μετά θα ακολουθούσε το επάγγελμα που διάλεξε κοινωνική λειτουργός, ήθελε να ασχοληθεί με τα κοινά.
Παράτησε το βιβλίο δίπλα και το βλέμμα της έπεσε πάνω σε δυο πιτσιρίκια που ήταν δεν ήταν τεσσάρων χρονών και κρατούσαν μια μπάλα που πετούσαν ο ένας στον άλλο γελώντας ,δίπλα τους στεκόταν μια μελαχρινή κοπέλα με τα μαλλιά πλεγμένα πίσω και της έφταναν μέχρι τη μέση,σίγουρα δεν θα ήταν η μητέρα τους, αυτά ήταν καστανόξανθα αν και δεν πρόλαβε να αναρωτηθεί πως ίσως να έμοιαζαν στον πατέρα τους γιατί είδε μια άλλη γυναίκα να πλησιάζει και τα μικρά να τρέχουν πάνω της φωνάζοντας μαμά, μαμά.
Όχι σου λέω όχι δεν γυρνάω στο σπίτι μου ,δεν μπορώ άλλο δεν αντέχω αυτό που γίνετε, ο λυγμός δίπλα της την έκανε να γυρίσει, είδε δυο κορίτσια το ένα με κοντά ξανθά μαλλιά και το άλλο με καστανά σγουρά , αυτό με τα σγουρά τώρα έκλαιγε προσπαθώντας να μην ακουστεί.
Ξαναπήρε το βιβλίο και έκανε ότι διάβαζε δεν ήθελε να φέρει σε δύσκολη θέση τα κορίτσια ,αυτό που έκλαιγε πιθανόν να μην πήρε καν είδηση ότι κάποιος άλλος τους άκουγε, εξάλλου το πάρκο είχε πολύ κόσμο μετά το μεσημέρι,ήταν λίγο μετά που έκλειναν οι δουλειές και τα σχολεία και πολλοί περνούσαν ή κάθονταν να χαρούν λίγο ήλιο και να ξεφύγουν από το κλείσιμο στα γραφεία και τα σχολεία,το άλλο κορίτσι όμως η φίλη της γύρισε και την κοίταξε κάπως αμήχανα, αυτή βέβαια έκανε σαν να μην άκουσε τίποτα και συνέχισε να είναι σκυφτή στο βιβλίο.
Και που θα πας ? Θα έλθω σε σένα !! Δεν γίνετε από χθες είναι η αδελφή μου στο σπίτι με τα παιδιά της και γίνετε χαμός . Δεν πειράζει θα μείνω εδώ μέχρι που θα νυκτώσει και όταν φύγει η αδελφή σου πάρε με τηλέφωνο να έλθω ,δεν θα μείνω καιρό ,μετά θα δω τι θα κάνω..
Το κορίτσι με τα κοντά μαλλιά αγαπούσε τη φίλη της, ήξερε το δράμα της και ένιωθε άσχημα που δεν μπορούσε να τη βοηθήσει, δεν ήξερε τι να της πει ,κοίτα δεν γίνετε να έρθεις γιατί ....,κόμπιαζε, να.... ξέρεις η αδελφή μου παράτησε τον άνδρα της και όπως ξέρεις το δυαράκι που μένουμε ίσα ίσα που μας χωράει ,εγώ κοιμάμαι στο χολ γιατί στον καναπέ του σαλονιού βάλαμε τα παιδιά ,η αδελφή μου κοιμάται χάμω,σου λέω δεν γίνετε.
Έκλεισε το βιβλίο με σκοπό να σηκωθεί να φύγει,αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση της όταν άκουσε το κορίτσι να συνεχίζει και να λέει στη φίλη της ,γιατί δεν πηγαίνεις στην αστυνομία?
Θεέ μου τι γίνετε εδώ?Άνοιξε το βιβλίο και μόνο γράμματα δεν έβλεπε, που και που γυρνούσε και καμιά σελίδα για να μην καταλάβουν ότι έστησε αυτί,και συγχρόνως το μυαλό της δούλευε.Την είχε πιάσει μια αγωνία και ένας φόβος για το τι θα άκουγε όμως δεν κουνήθηκε από τη θέση της.
Μα τι λες ? Το κορίτσι με τα σγουρά μαλλιά σχεδόν φώναξε ,ένα κύριος που περνούσε εκείνη τη στιγμή από μπροστά τους γύρισε και τις κοίταξε κουνώντας το κεφάλι και μονολόγησε λίγα βήματα πιο πέρα, αχ αυτά τα σημερινά παιδιά !!!! και συνέχισε τη βόλτα του κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο που οι αχτίδες του τώρα δεν έκαιγαν ,είχε πάει πέντε η ώρα.
Ξέρεις τι λες???? Αυτός είναι η αστυνομία!!! Να μην πας στο τμήμα που δουλεύει αυτός !! Χα φώναξε ακόμα πιο δυνατά το σγουρόμαλλο κορίτσι και μετά σχεδόν ψιθυριστά και τι νομίζεις ?Όλοι αυτοί γνωρίζει ο ένας τον άλλο ,λες να τον καταδώσουν???Όχι όχι θα με βγάλουν τρελή και αυτός μετά από λίγο καιρό θα αρχίσει τα ίδια .
Η μαμά σου τι λέει ?επέμενε η φίλη της. Τρελή είσαι?? Τι να της πω?? Ότι ο άνδρας της κάθε τρεις και λίγο έρχεται το βράδυ όταν αυτή κοιμάται και με βιάζει? Αυτό να της πω?? Δεν θα με πιστέψει!!!
Κάποτε στο άλλο σπίτι που μέναμε τότε που ζούσε ο μπαμπάς μου ακόμα είχε βουίξει ο τόπος πως ΄ένας πατέρας βίαζε την κόρη του,το είχε πει και η τηλεόραση. Ξέρεις τι είπε η μάνα μου ?΄΄Ότι το κορίτσι ξεμυάλισε τον πατέρα του !!Αν είναι δυνατόν!!!!Και τώρα μου λες να της πω για τον πατριό μου έναν ξένο για μένα, τον άνδρα της? Που να μην έσωνε ποτέ να τον παντρευτεί !!!.
Τώρα το κορίτσι έκλαιγε με λυγμούς, η φίλη της την αγκάλιασε και κλαίγοντας και αυτή προσπαθούσε να βρει δυο λόγια παρηγοριάς.
Το βιβλίο της έφυγε από τα χέρια , κοινωνική λειτουργός δεν θέλει να γίνει?Να βοηθά κόσμο ? Τέτοιες περιπτώσεις θα συναντούσε συχνά ,σηκώθηκε από το ξεφτισμένο παγκάκι και έκανε ένα βήμα προς τα κορίτσια, όμως τι έπαθε? Γιατί δεν μπορούσε να κουνήσει τα πόδια της ?Γιατί ένιωθε τόσο βαριά?Γύρισε αργά, αργά το κεφάλι της αλλά τα κορίτσια δεν ήταν εκεί ?Πού είχαν εξαφανιστεί?Γιατί καθόταν μόνη στο πάρκο? Που πήγε ο ήλιος? Γιατί κρύωνε?
Έβαλε όλη της την δύναμη να κουνηθεί αλλά ένιωσε το σώμα της να πιέζετε, άνοιξε τα μάτια έντρομη, τα χέρια της ήταν ακινητοποιημένα, πήγε να φωνάξει αλλά ένα χέρι της έκλεινε το στόμα ,για άλλη μια νύχτα έζησε τον εφιάλτη που ζούσε εδώ και δυο χρόνια.