Σάββατο, 2 Αυγούστου 2008

Δεκατέσσερις Αυγούστου

Ένιωσε να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια του δεν περίμενε να του ζητήσει αυτή τη χάρη ο πατέρας του, τώρα στα τελευταία του।Πριν δυο μέρες του τηλεφώνησε η αδελφή του να ρθει επειγόντως στη Κύπρο ,γιατί ο πατέρας τους δεν ήταν καλά।Δεν έχασε καιρό αφού τακτοποίησε κάποιες εκκρεμότητες στη δουλειά του πήρε το αεροπλάνο από την Αθήνα και τώρα βρισκόταν στο νοσοκομείο δίπλα στον πατέρα του।Οι γιατροί είπαν ότι έπρεπε να γίνει εγχείρηση γιατί υπήρχε σοβαρό πρόβλημα αλλά λόγω της μεγάλης ηλικίας ήταν επικίνδυνο। ,Μίλησε με την αδελφή του και μετά με τον πατέρα του, η μητέρα του τους άφησε χρόνους εδώ και τρία χρόνια και με τον καημό ότι δεν μπόρεσε να δει τους τόπους τους ελεύθερους ।Και τώρα ο πατέρας του τού ζητούσε κάτι αδιανόητο γι' αυτόν, έκανε να μιλήσει αλλά τον διέκοψε ο πατέρας του και του είπε με δάκρυα στα μάτια, υποσχέσου μου πρέπει να το πάω στη μάνα σου της το έταξα।Και νάτος τώρα μαζί με δυο φίλους του να δείχνει το διαβατήριο του στους κατακτητές για να περάσει απέναντι για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια που άνοιξαν τα οδοφράγματα, για να πάει στο χωριό του।Αυτός που όταν άκουσε για το άνοιγμα έβριζε θεούς και δαιμόνους γι' αυτούς που περνάγανε απέναντι και τους θεωρούσε προδότες।Οι φίλοι του είχαν ξαναπάει ο ένας ήταν χωριανός ο άλλος δεν ήταν πρόσφυγας αλλά γνωρίστηκαν από τότε που δέκα χρονών και οι τρεις πήγαιναν στο ίδιο σχολείο στην ίδια πόλη και η φιλία τους κράτησε όλα αυτά τα χρόνια παρόλο που αυτός εδώ και εφτά χρόνια τον περισσότερο καιρό ζούσε στην Αθήνα λόγω δουλειάς।Καθώς προχωρούσε το αυτοκίνητο οι αναμνήσεις άρχισαν να ξεπιδάνε μπροστά του, καθόταν στη θέση του συνοδηγού και κοιτούσε μπροστά φέρνοντας στο μυαλό τις 14 Αυγούστου που στοιβαγμένος μαζί με την αδελφή του και τους γονείς του και άλλους χωριανούς στη καρότσα ενός φορτηγού έβλεπε το χωριό του να μικραίνει όσο ξεμάκρυνε το φορτηγό και ένα παιδί στην ηλικία του να του κουνά το χέρι και αυτός να κρατά σφιχτά στο δικό του χέρι ένα κομμάτι χαρτί।Φτάσαμε, η φωνή του φίλου του τον έκανε να αναπηδήσει κοίταξε γύρω του, ήταν στην άκρη του χωριού μπροστά στα πρώτα σπίτια ,ένιωσε τα πόδια του μουδιασμένα από την ταραχή ,νόμισε ότι είχε παραλύση, έλα φίλε μου άκουσε τον άλλο φίλο να του λέει συγκινημένος।Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και κοίταξε γύρω ψάχνοντας κάτι γνώριμο από τις παιδικές του αναμνήσεις αλλά δυσκολευόταν.Πρροχώρησαν με τα πόδια και στρείψανε αριστερά και τότε το είδε του φάνηκε τόσο μικρό είχε κοκαλώσει αν δεν τον τράβαγαν οι φίλοι του ακόμα εκεί θα στεκόταν με τα μάτια δακρυσμένα,Το σπίτι ήταν κλειστό η αυλή είχε κάποια δένδρα δεν θυμόταν αν τα φύτεψαν άλλοι ή ήταν από τον πατέρα του φυτεμένα ,δεν είχε και καμιά σημασία όμως η δεξαμενή ήταν εκεί ,τώρα την έβλεπε ότι ήταν τόσο μικρή, πριν τριάντα χρόνια νόμιζε ότι ήταν ολόκληρη πισίνα, ήταν στεγνή και στον πάτο είχε ένα παπάκι πλαστικό και ένα αυτοκινητάκι, έκανε να χαμογελάσει και τότε άκουσε μια φωνή να λέει ,είναι του γιου μου, σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε εκείνα τα μαύρα μάτια να τον κοιτάνε σαν να έβλεπαν φάντασμα καρντάση μου, εσύ είσαι αδελφέ μου και πέφτοντας ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κλάψανε σαν μικρά παιδιά όπως τότε που αποχαιρετηστήκαν και ο ένας πήρε το δρόμο της προσφυγιάς।Κάθισαν εκεί που σαν ήταν μικρά παίζανε τσακωνόντουσαν και πάλι τα έβρισκαν είχαν τόσα πολλά να θυμηθούν!!.Όταν ήλθε η ώρα να φύγουν ο φίλος του πήγε δίπλα στο δικό του σπίτι και έφερε ένα κομματάκι
χαρτί και απλώνοντας το χέρι του το έδωσε , τότε βγάζοντας και αυτός το πορτοφόλι του έβγαλε ένα άλλο κομματάκι χαρτί που όταν τα ένωνες έβλεπες ένα περιστέρι ζωγραφισμένο στο χέρι λίγο ξεθωριασμένο ।Σε κάποια στιγμή που ήταν μόνος του έσκυψε κάτι μάζεψε και βάζοντας το στο σακουλάκι που είχε στη τσέπη του ξεκίνησαν για την επιστροφή.Φτάνοντας στο νοσοκομείο πήγε δίπλα στον πατέρα του και παίρνοντας το χέρι του του το έβαλε μέσα στο σακουλάκι στο έφερα πατέρα ,αυτός με τα δάκτυλα του χάιδεψε το χώμα που του έφερε ο γιος του από τον τόπο που γεννήθηκε παντρεύτηκε έκανε οικογένεια,ναι τώρα μπορούσε να φύγη πιο ήσυχος τώρα μπορούσε να πάει να βρει την αγαπημένη του γυναίκα πηγαίνοντας της το πιο όμορφο δώρο ,λίγο χώμα από το χωριό τους.