Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

Το όνειρο δεν έλεγε ψέματα

Είπα να γράψω για το χωριό μου .Όμως είναι πολύ δύσκολο,είναι πράγματα που ο καθένας μας τα έχει μέσα του με τα χρώματα που θέλει .Το χωριό σου δεν πρέπει να το φαντάζεσαι ,πρέπει να το ζεις , η λέξη απαγορεύεται δεν πρέπει να υπάρχει πρέπει να μπορείς να πηγαίνεις μέρα,νύκτα και πάντα να υπάρχει κάποιος αγαπημένος εκεί να σε προσμένει. Δυστυχώς μόνο να το φαντάζομαι μπορώ , η λέξη απαγορεύετε είναι παντού και δεν υπάρχει κανείς να σε περιμένει .
Από το χωριό μου έφυγα μια νύκτα με άλλους συχωριανούς. Μετά από μια μέρα μπήκαν τα τούρκικα στρατεύματα μέσα στο χωριό .।Αυτό ήταν . Μέχρι το 2004 το χωριό μου το ονειρεύτηκα 3-4 φορές και σε αυτά τα όνειρα ποτέ δεν μπόρεσα να δω το σπίτι μου πάντα κάτι με εμπόδιζε και την άλλη μέρα είχα τα μούτρα κατεβασμένα. Το 2004 που άνοιξαν τα οδοφράγματα κάθε μεσημέρι έριχνα το κλάμα της ζωής μου, βλέποντας στην τηλεόραση το κόσμο που πήγαινε στα κατεχόμενα ,τότε αποφάσισα να έλθω στη Κύπρο να πάω να δω το χωριό και το σπίτι μας το αγαπημένο(όχι που θα με ξεγελούσε ξανά το όνειρο}. Βγάζω εισιτήριο και πάω να προλάβω μήπως και ξανακλείσει ο Ντεκτάς τα οδοφράγματα, αυτό το πράγμα το έτρεμα,φοβόμουν ότι κάποια στιγμή θα έκλεινε τα οδοφράγματα δεν ήξερα η χαζή ότι για αυτούς ήταν κερδοφόρα επιχείρηση .Στο Πέργαμο έτσι όπως περιμέναμε μου θύμισε ταινίες από το 1940 που πηγαίνανε τους Εβραίους στους φούρνους, η αλήθεια είναι πως λυπήθηκα τον εαυτό μου και όλους τους πρόσφυγες που βρεθήκαμε σε αυτή τη θέση σαν τους ζητιάνους, όχι για ένα κομμάτι ψωμί .Όταν έφτασε η σειρά μου και πήρε ο Τούρκος στρατιώτης το διαβατήριο μου ,μόνο που δεν του το άρπαξα από τα χέρια και να γυρίσω πίσω .Ένιωσα τόσο άσχημα να με ελέγχουν λες και ήμουν παράνομη ,για να μπορέσω να πάω εκεί που πονούσα τόσο πολύ,εκεί που με βίαιο τρόπο αφήσαμε σε μια νύκτα πίσω μας.Για να μπορέσουμε να δούμε το σπίτι, την αυλή, ένα δένδρο ,την εκκλησία, το σχολείο την γειτονιά που κάποτε .........αυτό ήταν κάποτε.Έτρεξα σαν τρελή να δω το σπίτι και δεν ήταν όνειρο, μόνο που το σπίτι δεν ήταν εκεί, το σπίτι είχε κάνει φτερά και δεν ήταν όνειρο.Κοίταγα σαν χαμένη πήγα και αγκάλιασα το πεύκο μας αυτό ήταν στη θέση του μια πια θέση ?έπρεπε να υπολογίσω ποιο ήταν ,τα άλλα τρία τα κόψανε και την κληματαριά την ξηλώσανε ,δεν είχα από που να πιαστώ .Ένας Τούρκος μαστόρευε ένα τρακτέρ στη σκιά του (δικού μου πεύκου)τον καλημερίσαμε ,με το ζόρι μας απάντησε εξάλλου κανείς δεν είχε όρεξη για κουβέντα,σε λίγο ήλθε μια Τουρκοκύπρια είπε ότι είναι από την Πάφο ή κάτι τέτοιο τη ρωτήσαμε για το σπίτι μας αλλά δεν ήξερε, όταν εγκαταστάθηκε αυτή στο χωριό μας το σπίτι ήδη το είχαν κατεδαφίσει,όταν δε ρώτησε η αδελφή μου γιατί το ρίξανε ?εμένα με έπιασε υστερικό γέλιο( μα δικά τους είναι ότι θέλουν τα κάνουν έλεγα)φαντάζομαι καταλάβατε πως μετά τα γέλια τελείωσαν με κλάμα .
Μάζεψα λίγο χώμα 2-3 κουκουνάρια τα οποία ένιωσα ότι τα έκλεβα και τα φύλαξα σε ένα βάζο. Πάντα θα θυμάμαι το μικρό κορίτσι που καθόταν δίπλα στον νέο που μαστόρευε το τρακτέρ και μας κοιτούσε γύρισα χρόνια πίσω και είδα εμένα με τον πατέρα μου τη μάνα μου κάτι που δεν θα το ξαναδώ ποτέ όσες φορές και να πάω γιατί για μερικούς ΄ήρθε πολύ αργά αυτό το άνοιγμα.Πίκρα νιώθω τόση πίκρα για το μικρό φτωχικό μου σπίτι που δεν πρόλαβα να φιλήσω τους τοίχους του.Μερικά όνειρα δεν τα προλαβαίνεις σε ξεγελάνε.Αλήθεια πόσο δίκαιο ή πόσο άδικο θάναι κάποια στιγμή να ξεριζωθεί και το μικρό κορίτσι που μένει στη γειτονιά μου?