Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Το μπαστούνι

Μέχρι  τώρα το μόνο που ένιωθα ήταν να με  κόβουν από ένα μεγάλο δένδρο και μετά να με  ξανακόβουν να με  μετράνε να με λυγίζουν να με  γυαλίζουν να με  βάφουν και μετά να με  αφήνουν σε μια γωνιά.
   Άλλαξα πολλά χέρια μέχρι να με αφήσουν ήσυχο ,τώρα στεκόμουν ,ή μάλλον κρεμόμουν  από κάπου  γιατί ένιωθα το πόδι μου ,(γιατί ένα πόδι είχα)μόλις να ακουμπά πάνω στο λευκό σατέν ύφασμα .Κάθε μέρα  πέρναγαν από μπροστά μου πολλοί άνθρωποι νέοι, γέροι, παιδιά με τους γονείς τους ,αλλά μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι κύριοι στέκονταν καμιά φορά και με κοιτούσαν, μερικοί από αυτούς έμπαιναν μέσα στο κατάστημα και κάτι έλεγαν στον κύριο  που  καθόταν πίσω από τον πάγκο και αυτός  με έπαιρνε στα χέρια του και έλεγε καλά λόγια για λόγου μένα,αυτοί κουνούσαν το κεφάλι με  θαύμαζαν και έφευγαν ρίχνοντας  μου μια τελευταία ματιά .
 Εκείνο το πρωί μπήκε ένας νέος άντρας μέσα και ζήτησε να με δει ,αφού με περιεργάστηκε έβγαλε  τα λεφτά που του ζήτησαν με πήρε στα χέρια του και έφυγε.
   Ξαπλωμένο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου κοιτούσα τις πολυκατοικίες  και περίμενα. 
  Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταμάτησε και άκουσα την πίσω πόρτα  να ανοίγει και ένα χέρι να με  παίρνει με προσοχή  ,ανεβήκαμε  κάποια σκαλιά και φτάσαμε μπροστά σε μια πόρτα ,ο κύριος το σήκωσε λίγο πιο πάνω από τον ώμο του και με τη λαβή του κτύπησε τη πόρτα, α σκέφτηκε  η δουλειά μου είναι να κτυπώ τις πόρτες,δεν είναι άσχημα ,λίγο ζαλίστηκα αλλά θα συνηθίσω μάλλον,αφού αυτή είναι η δουλειά μου.
  Η πόρτα άνοιξε  και  μια κυρία φάνηκε και ξοπίσω της ένα παιδί καμιά δεκαριά χρονών,ποιος είναι; ακούστηκε μια τρεμάμενη φωνή,εγώ πατέρα  απάντησε ο κύριος και βάζοντας με μπροστά  με άφησε στα τρεμάμενα χέρια του ηλικιωμένου κυρίου.
  Τα έχασα  α' τώρα θα με πάρει ο παππούς και θα κτυπήσει κάποια άλλη πόρτα  να ανοίξει για να δούμε ,πλάκα έχει ,μόνο να με κτυπούν πιο σιγά για να  μην ζαλίζομαι.
  Ο παππούς με κράτησε στα αδύνατα χέρια του και με περιεργαζόταν λες και έψαχνε να βρει κάτι ,μετά έβαλε το χέρι του στη λαβή και με ακούμπησε κάτω ,με πίεσε προς τα κάτω και  τρεκλίζοντας λίγο σηκώθηκε . 
  Μπράβο πατέρα  φώναξε  ο κύριος που με αγόρασε ,μπράβο  ο καινούριος σου φίλος τα κατάφερε λίγο λίγο κάθε μέρα και θα ξανασταθείς στα πόδια σου,εξάλλου το είπε και ο γιατρός είναι θέμα χρόνου,το πρόβλημα σου δημιουργήθηκε από το σοκ ,όταν σε κτύπησε το αυτοκίνητο.
  Ώστε αυτή είναι η δουλειά μου να είμαι φίλος σε ανθρώπους που δεν μπορούν να σταθούν μόνοι στα δικά τους πόδια ,δηλαδή είμαι το τρίτο πόδι,αυτή η δουλειά μου αρέσει πιο πολύ ,θα κάνω και βόλτες ,από εκείνη την ημέρα ο παππούς δεν με άφηνε στιγμή από τα χέρια του ,μόνο που και που με έπαιρνε και ο εγγονός του για να με σκουπίσει και να με δώσει πάλι στο παππού του  και καμιά φορά όταν δεν τον έβλεπε κανείς με έβαζε στην ανοικτή του παλάμη και προσπαθούσε να με κρατήσει όρθιο,αλλά αυτό το παιχνίδι ,που μου άρεσε είναι η αλήθεια ,να βρίσκομαι ψηλά  σταμάτησε την ημέρα που του έπεσα και  σπάσαμε  μια κανάτα γεμάτη νερό.
 Τώρα έχω κάθε μέρα παρέα και ακούω τόσες ιστορίες  από τον παππού και τους φίλους του , α' ναι έχει και φίλους που οι περισσότεροι έχουν και αυτοί τον δικό τους φίλο που τους βοηθάει να σταθούν  στα πόδια τους ,είναι και αυτοί το τρίτο πόδι έτσι με αποκαλεί ο παππούς και πάντα με φροντίζει και με κρεμάει στο μπράτσο του για να μη με ξεχάσει πουθενά, χμ τώρα είμαι ένα χρήσιμο ευτυχισμένο μπαστούνι