Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Το φευγιό

Ξυπνήσαμε από το βουητό αεροπλάνων ,βγήκαμε έξω και κοιτάξαμε τον ουρανό, ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας είδαμε σμήνος από αεροπλάνα να κατευθύνονται προς τη Λευκωσία.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ακούσαμε μακρινές εκρήξεις ,ΠΟΛΕΜΟΣ αυτό ακούστηκε ,οι Τούρκοι ήλθαν να πάρουν αυτό που νόμιζαν ότι τους ανήκει ,οι Τούρκοι ήλθαν να υπερασπιστούν τα αδέλφια τους τούς τουρκοκύπριους,οι Τούρκοι ήλθαν να βάλουν μια τάξη στην ήδη άτακτη ζωή την ελληνοκυπρίων που εδώ και μια βδομάδα έφεραν τα πάνω κάτω στο νησί,οι Τούρκοι ήλθαν να αρπάξουν να βιάσουν να σκοτώσουν.
Δεν ξέραμε τι να κάνουμε, ο φόβος μας είχε παραλύσει και τα αεροπλάνα δεν σταμάταγαν όλη μέρα πέρα δώθε πάνω από τα κεφάλια μας.
Ο πόλεμος άρχισε , στο χωριό μας φέρανε εληνοκυπριακό στρατό και από εκεί στέλνανε σε όλα τα μέτωπα ανθρώπινο δυναμικό ,γύρω από το χωριό μέσα στα περιβόλια και λίγα μέτρα από τα σπίτια στήσανε τα αντιαεροπορικά για να αναχαιτίσουν τα τούρκικα αεροπλάνα σε περίπτωση που χαμήλωναν για να μας βομβαρδίσουν
Οι ριπές από τα αντιαεροπορικά μαζί με το θόρυβο από τα αεροπλάνα μεγάλωνε ακόμη πιο πολύ το φόβο μας.
Οι πρώτοι πρόσφυγες ήδη είχαν ξεκινήσει από τη Κερύνια (όσοι πρόλαβαν να φύγουν) ,εμας μας είπαν(δεν ξέρω ποιος) την ημέρα να πηγαίνουμε σε σπίτια που υπήρχε ταράτσα για να γλυτώσουμε από τις βόμβες ( μην το ψάχνετε έτσι μας είπαν τότε) τα μόνα σπίτια που ήταν με ταράτσες ήταν τα νεόχτιστα ,έτσι όλες οι κοπέλες που είχαν πρόσφατα παντρευτεί άνοιξαν τα σπίτια τους και έβαζαν μέσα όσους χωρούσε σε όλα τα δωμάτια.
Ένα βράδυ μας είπαν να μη κοιμηθούμε στα σπίτια μας γιατί πιθανόν να γινόταν βομβαρδισμός (ήδη είχαν ρίξει βόμβες σε διπλανά χωριά,με το που βγήκαμε έξω αντικρίσαμε τον Πενταδάκτυλο να καίγεται, η νύκτα είχε γίνει μέρα ,μέχρι να μπούμε μέσα στα περιβόλια μας ξαναειδοποιήσαν να μείνουμε στα σπίτια μας.

Μάθαμε ότι οι Τούρκοι προχώρησαν και προς την Αμμόχωστο ,δεν ξέραμε τι να κάνουμε ,εντωμεταξύ οι στρατιώτες μας είπαν ότι σε περίπτωση που χρειαζόταν να εγκαταλείψουμε το χωριό μας θα μας το έλεγαν .
Είχαμε δει τους πρώτους πρόσφυγες, είδαμε την απελπισία στα μάτια τους είδαμε αυτούς που έψαχναν τα παιδιά τους, απλά δεν ξέραμε ακόμη ότι σε πολύ λίγο θα ήμασταν στην ίδια θέση με αυτούς.
Οι μέρες περνούσαν τα αεροπλάνα πετούσαν όλο και πιο χαμηλά κάθε φορά πέφταμε στα γόνατα και κάναμε το σταυρό μας είτε στο δρόμο είτε σε σπίτι κάθε φορά μας γονάτιζε ,κάθε φορά νόμιζες ότι θα πέσει η βόμβα πάνω μας.(ακόμη δεν μπορώ να ακούσω πολεμικό αεροπλάνο).
Το ρικ με τη φωνή του Σαμψών έλεγε ότι τον εχθρό τον ρίξαμε στη θάλασα ...και όλο πλησίαζε ο εχθρός και όλο σκότωνε βίαζε, έκαιγε, κατακτούσε, έδιωχνε, έπαιρνε αιχμαλώτους και μετά τους σκότωνε και όλο προχωρούσε και κορόιδευε ο εχθρός ότι μιλάει από το βυθό της θάλασσας όπου τον είχαν ρίξει οι δικοί μας (οι παλληκαράδες) και όλο προχωρούσε και γέμιζαν οι στράτες απελπισμένους γονείς ,παιδιά ,γέρους και σκοτωμένους.
Στις 14 Αυγούστου οι στρατιώτες μας είπαν να εγκαταλείψουμε το χωριό το ίδιο θα έκαναν και αυτοί το πολύ σε 2 μέρες ,βράδυ φύγαμε σαν τους κλέφτες με τα ρούχα που φορούσαμε και καναδυο κουβέρτες ,φύγαμε χωρίς να ξέρουμε ότι δεν θα ξαναγυρνούσαμε φύγαμε για να γλυτώσουμε από τα αεροπλάνα ,κανείς δεν μας είπε ότι φεύγουμε για πάντα κανείς δεν μας είπε να πάρουμε και τις αναμνήσεις κανείς δεν ήξερε, ήμασταν η χώρα που τίποτα δεν ήξερε, ήμασταν η χώρα που πούλησε τους πολίτες της.
Το ξημέρωμα της Πέμπτης μας βρήκε στην Αγία Ειρήνη των Κανναφκιών μέσα στα βουνά κάτω από μιαν οικοδομή και με ένα σκορπιό πάνω στο γιακά από το πουκαμισάκι μου ,τον είδε η μάνα μου και με μια κίνηση του χεριού της τον πέταξε μακριά.
Την Παρασκευή
το μεσημέρι μπήκαν τα τανκς στο χωριό μου ,το βρήκαν έρημο .