Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Με το βλέμμα στη θάλασσα 2

Μέρος δεύτερο
Εκείνο το πρωινό η Λένα ξύπνησε και τεντώθηκε μέσα στα σεντόνια της, χωρίς καμιά βιασύνη κοίταξε το ρολόι δίπλα στο κομοδίνο , χασμουρήθηκε και γύρισε από το άλλο πλευρό.
Μπορεί να ήταν Δευτέρα, αλλά αυτή η Δευτέρα ήταν διαφορετική ,από σήμερα επιτέλους άρχιζαν οι διακοπές της,τα αποτελέσματα από τις πανελλήνιες εξετάσεις είχαν βγει και ήξερε ότι από το Σεμπτέβρη θα άρχιζε τα μαθήματα στη σχολή που ήθελε.
Ο πατέρας της ήταν γιατρός και πάντα είχε κρυφή επιθυμία η μοναχοκόρη του να ακολουθουθήση το επάγγελμα του,παρόλα αυτά ποτέ δεν είπε κάτι στη κόρη του,δεν ήθελε να την επηρεάσει σε κάτι που πιθανόν δεν ήταν και δικό της όνειρο.
Η Λένα πάλι έβλεπε τον πατέρα της με πόση αγάπη εξασκούσε το επάγγελμα του και πόσο βοηθούσε τους ανθρώπους είτε ήταν φτωχοί και δεν είχαν να τον πληρώσουν ,είτε ήταν πλούσιοι.
Έτσι αποφάσισε χωρίς καμιά πίεση να γίνει μια μέρα γιατρός, τώρα ο πρώτος στόχος επιτεύχθηκε,το πρώτο βήμα έγινε και με τη νέα χρονιά θα ήταν φοιτήτρια ιατρικής και μάλιστα στην Αθήνα ,έτσι δεν θα αποχωριζόταν και τους γονείς της που μόνο αυτήν είχαν, αλλά για να το πετύχει αυτό ξημεροβραδιαζόταν διαβάζοντας.

Τώρα μετά απ΄'όλα αυτά, διαβάσματα, ξενύχτια αγωνίες,ήλθε και η ώρα για ξεκούραση, ο πατέρας της πήρε άδεια από το ιατρείο του δεκαπέντε μέρες και έκλεισε ένα μικρό σπιτάκι για όλο το Καλοκαίρι σε μια μικρή παραθαλάσσια επαρχιακή κωμόπολη.

Τις πρώτες δεκαπέντε μέρες θα έμενε μαζί τους και τον υπόλοιπο καιρό θα ερχόταν τα Σαββατοκύριακα

Έτσι μάζεψαν τα πράγματα τους και πήγαν στο εξοχικό που είχαν νοικιάσει.Το σπίτι ήταν πολύ όμορφο με βεράντες και ένα μικρό κήπο ,υπήρχαν άλλα τέσσερα στη σειρά σχεδόν τα ίδια. Μόλις έφτασαν άδειασαν τις βαλίτσες τους, έβαλαν στο ψυγείο και στα ντουλάπια τα τρόφιμα που έφεραν για τις πρώτες μέρες μέχρι να βολευτούν.

Μόλις τέλειωσαν το τακτοποίημα η Λένα φόρεσε το μαγιό της και έτρεξε στη θάλασσα που ήταν στα διακόσια μέτρα από το σπίτι,η δε μητέρα της της φώναζε να προσέχει γιατί δεν ξέρουμε τα νερά εδώ ,πρόσεχε παιδί μου !!.Καλά μητέρα θα προσέχω.
Η Λένα με το που έφτασε στη παραλία άφησε τη τσάντα στη σκιά μιας ομπρέλας και για μια στιγμή διερωτήθηκε μήπως είναι άλλου ο χώρος ,αλλά ρίχνοντας μια ματιά γύρω διαπίστωσε πως υπήρχαν κι' άλλες άδειες και μόνο δυο παρέες ήταν λίγο πιο μπροστά από αυτήν ,έτσι ησήχασε ότι κανείς δεν θα διαμαρτυρόταν, πέρασε δίπλα από τις παρέες που αν και καθόντουσαν σε ξεχωριστές ομπρέλες κουβέντιαζαν όλοι μαζί .
Μπήκε μέσα στη θάλασσα που αν και λίγο κρύα δεν της έκανε καρδιά να βγει έξω ,σιγά σιγά ΄η παραλία άρχισε να γεμίζει κόσμο ,οι πιο πολλοί ήταν με παρέες,άρχισε να κρυώνει και αποφάσισε να βγει να σκουπιστεί και να πάει σπίτι ,είχε αρχίσει να νοιώθει άβολα που ήταν μόνη της και όλοι οι άλλοι είχαν τις παρέες της.
Βγήκε τρέμοντας από το κρύο και περνώντας μπροστά από τις δυο παρέες που είχε βρει εκεί ,τρία κορίτσια και δυο αγόρια περίπου στην ηλικία της φταρνίστηκε ,τώρα βρήκε να με πιάσει το αλλεργικό μου είπε από μέσα της,γείτσες άκουσε κάποιον να λέει,γύρισε το κεφάλι και συνάντησε τα πιο όμορφα πράσινα μάτια που είχε δει στη ζωή της, ευχαριστώ απάντησε και προχώρησε ,έπιασε τη πετσέτα της και τη τύλιξε πάνω της τρέμοντας .
Σκέφτηκε να κάτσει λίγο στον ήλιο να ζεσταθεί όταν είδε δυο αγόρια γύρω στα οκτώ να λένε με παράπονο στους γονείς τους ,δυστυχώς δεν υπάρχει άλλη ομπρέλα
,η Λένα ένιωσε ακόμα πιο άβολα σηκώθηκε μάζεψε τη τσάντα της και έκανε να φύγει, η μητέρα των παιδιών κατάλαβε τι έγινε και πήγε να της πει πως δεν χρειαζόταν να φύγει γι' αυτούς αλλά την ίδια στιγμή ο νεαρός με τα πράσινα μάτια που παρακολουθούσε τη σκηνή την παρακάλεσε αν ήθελε να πάει στη δική τους παρέα για να γνωριστούν.
Η Λένα τον ευχαρίστησε και είπε πως έπρεπε να φύγει ,μέσα της όμως ήθελε να μείνει να τον γνωρίσει ,αλλά η απερισκεψία της να μπει μέσα στο νερό και τώρα να νιώθει ρίγη την έκαναν να θέλει να πάει σπίτι να βγάλει τα βρεγμένα αμέσως.
Εξάλλου τώρα κατάλαβε γιατί δεν ήταν κανείς εκείνη την ώρα μέσα στη θάλασσα ,ήταν νωρίς και ακόμη ήταν παγωμένη .
Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα και η Λένα γνώρισε και τις δυο παρέες που πρωτοείδε στη θάλασσα ,εδώ και ένα μήνα σχεδόν κάθε μέρα ήταν μαζί ,αν και Λένα είχε μάτια μόνο για τον Δημήτρη με τα πράσινα μάτια ,αλλά και αυτός δεν πήγαινε πίσω έδειχνε με χίλιους δυο τρόπους το ενδιαφέρον του ,μια μέρα μάλιστα η μητέρα της κάλεσε όλα τα παιδιά και τους έκανε το τραπέζι ήταν Σάββατο και ήταν και ο πατέρας της Λένας εκεί,η μητέρα της ήθελε να δει με τι ανθρώπους κάνει παρέα η κόρη της, όχι ότι δεν είχε εμπιστοσύνη στο παιδί της αλλά είχε μάθει που όλα αυτά τα χρόνια ήξερε όλα τα παιδιά που συναναστρεφόταν η κόρη της που σκέφτηκε να γνωρίσει και τους καινούργιους φίλους της κόρης τους ,έτσι διάλεξε το Σάββατο που θα ήταν και ο σύζυγος της ,μια γνώμη παραπάνω και μάλιστα του πατέρα θα ήταν καλύτερα ,εξάλλου ο σύζυγος της είχε το χάρισμα να ξεχωρίζει τους ανθρώπους είτε ήταν νέοι ,είτε ήταν κάποιας ηλικίας.
Ένας συνάδελφος του πατέρα της έφερε την οικογένεια του εκεί και πηγαινοερχόταν και αυτός τα Σαββατοκύριακα έτσι οι δυο γυναίκες κάνανε παρέα αφού ήδη γνωρίζονταν από παλιά η δεκάχρονη κόρη τους βρήκε κάποια παιδιά της ηλικίας της δίπλα από το σπίτι που νοίκιαζαν και καμιά φορά πήγαινε με τη Λένα στη θάλασσα ,η μικρή εκμυστηρεύτηκε στη Λένα ότι το επόμενο Σάββατο θα ερχόταν και ο αδελφός της που τώρα είχε πάει στους παππούδες του από τη μητέρα του η οποία είχε πεθάνει όταν αυτός ήταν δυο χρονών.
Η Λένα χάρηκε ,τον ήξερε τον Στέφανο ,ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος και σπούδαζε στην Αμερική γιατρός ,τον είχαν πάρει τα αδέλφια της μητέρας του εκεί μόλις τελείωσε το λύκειο για να σπουδάσει και να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Η κυρία Αμαλία η μητριά του ,τι μητριά δηλαδή? αυτή τον μεγάλωσε και τον είχε μη βρέξει και μη στάξει ποτέ δεν τον ξεχώρισε από το δικό της παιδί ,αφού δεν σκεφτόταν να κάνει άλλο παιδί ,η Χαρά ήλθε αργότερα .
Εντωμεταξύ η Λένα συνέχιζε να κάνει παρέα με τον Δημήτρη που τώρα πια μετά από δυο μήνες άνοιξαν τη νεανική τους καρδιά και έβαλε ο ένας τον άλλο μέσα ,πολλές φορές προτιμούσαν να είναι μόνοι τους να χαίρονται ο ένας τον άλλο ,έτσι απομονώνονταν στην άλλη παραλία πίσω από το βουναλάκι που ο Δημήτρης είχε ένα πέτρινο σπίτι που το άφησε ο παππούς του κληρονομιά σ' αυτόν.
Το Σαββάτο έφτασε και μαζί με τον πατέρα της και τον κύριο Κώστα έφτασε και ο Στέφανος τον οποίο η Λένα είχε να τον δει τρία χρόνια ,ο Στέφανος ήταν ψηλός όμορφος με όμορφα μάτια καστανά που πάντα όταν σου μιλούσε σε κοιτούσε ίσια στα μάτια .Του άπλωσε το χέρι και για πρώτη φορά τον είδε να δειλιάζει και να αποφεύγει το βλέμμα της.
Η μητέρα του ήταν μες τη τρελή χαρά τον αγκάλιαζε τον φιλούσε ,αλλά και αυτός δεν έλεγε να την αφήσει την κρατούσε στοργικά από τους ώμους και έτσι όπως ήταν μικροσκοπική χάθηκε μέσα στην αγκαλιά του.
Την Κυριακή το μεσημέρι η κυρία Αμαλία τους κάλεσε όλους για φαγητό να τα πούνε και τα παιδιά είπε,έτσι μέχρι να έλθει η ώρα του φαγητού η Λένα έβαλε ένα σορτσάκι και πήγε στη παραλία να βρει τον Δημήτρη και να του πει πως το απόγευμα δεν θα τον συναντούσε γιατί θα έβγαινε με ένα φίλο ,του εξήγησε για τη φιλία που έδενε τις δυο οικογένειες ,αλλά πρόσεξε ότι ο Δημήτρης είχε κατσουφιάσει και προσπαθούσε να την αποτρέψει να βγει με τον Αθηναίο φίλο της.
Μετά από κάμποση ώρα που σχεδόν πέρασε χωρίς να μιλούν η Λένα καταστενοχωρημένη του έδωσε ένα πεταχτό φιλί αλλά αυτός την τράβηξε πάνω του και τη φίλησε όλο πάθος ζητώντας της συγνώμη που τη στενοχώρησε.
Το Καλοκαίρι κόντευε να τελειώσει και οι διακοπές επίσης, η Λένα δεν στενοχωριόταν και τόσο γιατί ο Δημήτρης ούτως ή άλλως θα ερχόταν στην Αθήνα για να δουλέψει σε μια μεγάλη εταιρεία που είχε ο νονός του ,όταν τον ρώτησε πότε θα πάει στρατιώτης της είπε αόριστα ,αργότερα και εκοψε την κουβέντα απότομα.
Ο Στέφανος αν και χαιρόταν να βλέπει τη Λένα κάθε φορά που βρίσκονταν μόνοι τους ή με άλλους συνέχιζε να αποφεύγει να την κοιτάξει στα μάτια.
Ο Σεπτέμβρης έφτασε και η Λένα τώρα άρχιζε ένα καινούριο κεφάλαιο στη ζωή της όλη τη βδομάδα πήγαινε στη σχολή και τα Σαββατοκύριακα βρισκόταν με τον Δημήτρη ο οποίος της παραπονιόταν ότι θα ήθελε να βρίσκονταν και καθημερινές ,μάλιστα της είπε να νοικιάσουν σπίτι και να μένουν μαζί και πως δεν άντεχε ούτε λεπτό μακρυά της,η Λένα προσπαθούσε να τον λογικεύσει αν και ήταν τόσο ερωτευμένη μαζί του που μέσα της της άρεσε αυτή η ιδέα.
Το πρώτο εξάμηνο τα πήγε πολύ καλά στη σχολή στο δεύτερο έμεινε σχεδόν τα μισά μαθήματα έχανε εργαστήρια ,τσακωνόταν με τους γονείς της που δεν συμφωνούσαν να πάει να νοικιάσει σπίτι και να μείνει μαζί με τον Δημήτρη ,έβλεπαν πως αυτός ο άνθρωπος την επηρέαζε άσχημα.
Η πρώτη χρονιά πέρασε δύσκολα η Λένα έχασε πολλά μαθήματα και έλεγε να τα παρατήσει ,κάτι που τη παρότρυνε και ο Δημήτρης ο οποίος για άγνωστους λόγους παράτησε τη δουλειά και της πρότεινε να πάνε να ζήσουν στο πέτρινο σπίτι που του άφησε ο παππούς του . Αυτό της Λένας της φάνηκε πολύ τολμηρό ,εντωμεταξύ οι γονείς της της είπαν να τον χωρίσει και ότι θα είναι η καταστροφή της.
Η Λένα πήρε την απόφαση της τώρα πια, δεν υπήρχε γυρισμός θα πήγαινε μαζί με τον Δημήτρη η ίδια έβλεπε έναν τρυφερό άντρα που την αγαπούσε και μάλιστα θεωρούσε τους γονείς της υπεύθυνους που άφησε τη δουλειά του γιατί ήθελαν να τους χωρίσουν. Όταν θα πήγαιναν να ζήσουν στη κωμόπολη του κοντά στη θάλασσα που τόσο αγαπούσε θα του έλεγε και για το μωρό που περίμενε ,ναι θα ζούσε με τον αγαπημένο της ,αυτός θα πήγαινε στα κτήματα και θα είχαν έσοδα από τα δωμάτια που νοίκιαζε μαζί με τον αδελφό του. Όλα θα γίνονταν όπως ήθελε αυτός ,η ίδια δεν έβλεπε τίποτα κακό σε αυτό το μέλλον.
Στο επόμενο το τέλος.





Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Με το βλέμμα στη θάλασσα

Μέρος πρώτο
Άνοιξε τη μπλε πόρτα με το κλειδί που της έδωσε η κυρία Αθηνά και μπήκε μέσα στο δωμάτιο σπρώχνοντας πίσω της τη πόρτα.
Άφησε από το χέρι της τη τροχάλητη βαλίτσα και με μια κίνηση έβγαλε το ψάθινο καπέλο αφήνοντας τα πλούσια καστανά μαλλι
Δημοσίευση ανάρτησης
ά της να πέσουν στη πλάτη .
Προχώρησε στο παράθυρο απέναντι και τραβώντας τη αραχνοϊφαντη άσπρη κουρτίνα το άνοιξε. άθελα της έβγαλε ένα επιφώνημα όλο ευχαρίστηση με αυτό που έβλεπε, είχε ξεχάσει πόσο όμορφη ήταν η θέα από αυτή τη μεριά του κτήματος.
Μπροστά της ξεπρόβαλε η καταγάλανη θάλασσα . Έμεινε να τη κοιτάζει όλο θαυμασμό ,είχε ζητήσει δωμάτιο με θέα τη θάλασσα ,πάντα της άρεσε να κοιτάει τη θάλασσα ,αυτή τη θάλασσα.
Έφυγε από το παράθυρο και ετοιμαζόταν να ανοίξει τη βαλίτσα για να βγάλει τα ρούχα από μέσα όταν πετάχτηκε από τη τρομάρα της ακούγοντας σχεδόν δίπλα της τη κυρία Αθηνά, ω με συγχωρείτε δεν ήθελα να σας τρομάξω,η πόρτα ήταν ανοικτή και σας μίλησα αλλά δεν ακούσατε ,φοβήθηκα μην πάθατε τίποτα.
Δεν σας άκουσα ,χαμογέλασε στη γυναίκα ,δεν θα έκλεισα τη πόρτα ,απλά την έσπρωξα. Ήλθα να σας πω ότι το πρωί σερβίρουμε το πρωινό στις εννιά αν όμως δεν προλαβαίνετε εκείνη την ώρα μπορείτε να σερβιριστείτε μόνη σας στη κοινόχρηστη κουζίνα, εκεί θα βρείτε απ' όλα ,για ότι άλλο θελήσετε μπορείτε να με ρωτήσετε, καλή διαμονή. Η γυναίκα έφυγε κλείνοντας πίσω της τη πόρτα απαλά.
Η Λένα στάθηκε στη μέση του δωματίου και άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί ένα γύρω στο δωμάτιο ,υπήρχε ένα κρεβάτι σιδερένιο με άσπρο κάλυμμα, ένα μικρό γραφείο και μια καρέκλα μπροστά , λίγο πιο πέρα ένας μικρός καναπές με ένα στρογγυλό τραπεζάκι πάνω στο οποίο είχε μια σύνθεση με ξερά λουλούδια και ένα τασάκι, απέναντι ακριβώς ήταν μια τηλεόραση ,υπήρχε μια πόρτα που οδηγούσε στο μπάνιο και μια μπαλκονόπορτα .
Τακτοποίησε τα ρούχα της , έκανε ένα ντους και φόρεσε ένα κρεμ φόρεμα που της πήγαινε πολύ που αν και σαράντα χρονών το σώμα της θα το ζήλευαν πολλές νεαρότερες γυναίκες.
Κατέβηκε από το πρώτο όροφο και βγήκε στη παραλία, εκεί έβγαλε τα πέδιλα της και περπατούσε ξυπόλυτη πάνω στην άμμο, πιο κάτω βρήκε ένα παγκάκι που το σκίαζε ένας ευκάλυπτος και κάθισε ,κοιτούσε τη θάλασσα και σιγά σιγά το πρόσωπο της άρχισε να χάνει την ηρεμία που είχε όταν έφθασε ,ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και η θάλασσα είχε πάρει ένα ελαφρύ κοκκινωπό χρώμα.
Και τότε όλες οι άσχημες σκέψεις ήλθαν στο μυαλό της ,θα τρελάθηκα φαίνεται πως μου ήλθε να έλθω εδώ μετά από δεκαπέντε χρόνια? Καλά δεν ήταν εκεί που πήγαινα τόσα χρόνια? μήπως έκανα λάθος? πως θα αντέξω τόσες αναμνήσεις?
Σηκώθηκε και τράβηξε για το δωμάτιο της, μπαίνοντας στην είσοδο βρήκε τη κυρία Αθηνά που κρατούσε ένα δίσκο σκεπασμένο με μια πετσέτα, σε σας ερχόμουν ,είπα σήμερα πρώτη μέρα ,θα είσαστε και κουρασμένη ,να σας φέρω κάτι να φάτε ,από αύριο κανονίζετε μόνη σας .
Ευχαριστώ ,μα δεν ήταν ανάγκη ,η αλήθεια ούτε που είχα σκοπό να φάω.Καλά εγώ σας το αφήνω γιατί μπορεί να πεινάσετε αργότερα ,έχετε ξανάρθει στο τόπο μας? η Λένα απάντησε σχεδόν ψιθυριστά ,πολύ παλιά,η γυναίκα της χαμογέλασε και αφού τη καληνύχτισε έφυγε σκεφτική.
Την άλλη μέρα το πρωί κατέβηκε στη τραπεζαρία για να πάρει καφέ και εκεί βρήκε ένα ζευγάρι ήταν δεν ήταν εικοσιπέντε χρονών ,τους καλημέρισε και αυτοί της χαμογέλασαν και συνέχισαν να ταΐζει ο ένας τον άλλο και ο έρωτας τους έλαμπε στο πρόσωπο τους.
Έβαλε καφέ στο φλιτζάνι και βγήκε έξω , το δροσερό αεράκι την έκανε να ριγήσει. Τέλος Σεπτεμβρίου και ο καιρός είχε αρχίσει να αλλάζει , στο μικρό ξενοδοχείο που έμενε δεν πρέπει να είχε πολλούς ένοικους, εξάλλου γιαυτό διάλεξε τέτοια εποχή να έλθει, ήθελε ησυχία, αλλά μόνο εδώ έπρεπε να έλθει ,εδώ που πριν δεκαπέντε χρόνια έζησε τις πιο ευτυχισμένες και τις πιο τραγικές στιγμές της ζωής της.
Επίτηδες ήλθε σε αυτό το ξενοδοχείο με τη διαφορά ότι τότε ήταν ένα πέτρινο μεγάλο σπίτι και έσφυζε από ζωή,ήξερε πως τώρα αυτοί που έμεναν εδώ δεν είχαν καμιά σχέση με το παρελθόν ,απλά είχαν αγοράσει το κτήμα με το κατεστραμμένο σπίτι που κυριολεκτικά χάθηκε μετά τη μεγάλη φωτιά .
Μπήκε μέσα ,έβαλε λίγο καφέ ακόμη και έκανε να ανέβει τη σκάλα για το δωμάτιο της όταν άκουσε μια φωνή να της λέει, κοιμηθήκατε καλά?Ήταν η κυρία Αθηνά που κρατούσε μια κανάτα με νερό ,πρόσεξε ότι η Κυρία Αθηνά την κοιτούσε επίμονα και σκεφτικά. Δεν μπορεί να με γνωρίζει απ' ότι ξέρω αυτή πριν δέκα χρόνια ήλθε εδώ,μπα η ιδέα μου είναι.
Ανέβηκε στο δωμάτιο της, έριξε μια εσάρπα στους ώμους της και βγήκε στο μπαλκόνι να απολαύσει το καφέ της. Ακούμπησε το φλιτζάνι δίπλα στο τραπεζάκι και έσφιξε την εσάρπα στους ώμους της και με μια κίνηση ακούμπησε το μάγουλο της πάνω,Καλέ μου Στέφανε πόσο σε ταλαιπώρησα αλλά τα ψέματα τέλειωσαν πρέπει να πάρω μια απόφαση ,εξάλλου γι' αυτό ήλθα εδώ ,πρέπει να παλέψω με τους δικούς μου δαίμονες και να βγω νικητής, μόνο έτσι θα μπορέσω να σου αφοσιωθώ.
Έκλεισε τα μάτια και άφησε τις αναμνήσεις να ξετυλιχτούν, μετά από δεκαπέντε χρόνια άρχισε να ξαναζεί τον εφιάλτη της.

Συνεχίζετε..

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Η εγκατάλειψη

Ένιωθε παρατημένη , κατά βάθος το ένιωθε, μην κοιτάς που δεν ήθελε να το δείχνει .Προσπαθούσε πάντα να δίχνει δυνατή ,όμως μέσα της πάντα ήθελε να τον δει και να τον ρωτήσει ΓΙΑΤΙ ,γιατί δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ γι' αυτήν ,γιατί δεν ζήτησε ποτέ να την δει?.
Τις είχε εγκαταλείψει εδώ και πενήντα τόσα χρόνια αυτή και τη μάνα της, ήταν δεν ήταν ενός χρόνου
Με τη πρόφαση πως δεν είχε δουλειά ,έφυγε για αλλού και με σκοπό να γυρίσει μόλις μάζευε λίγα χρήματα. Αλλά το τι ακριβώς έγινε ίσως και να μην το έμαθε ποτέ ,πάντως ο (πατέρας της) δεν γύρισε ποτέ ,δεν τον είδε ποτέ .Έτσι μεγάλωσε μαζί με τη μάνα της στο μικρό τους ορεινό χωριό με λίγους πόρους προς το ζειν.
Δύσκολη καιροί για δυο γυναίκες μόνες χωρίς προστάτη , ήρθε και ο πόλεμος μετά ο εμφύλιος και με χίλια βάσανα τα κατάφεραν να στεριώσουν στα ποδάρια τους.
Τα χρόνια πέρασαν και αυτή παντρεύτηκε ένα χωριανό της και δουλεύανε μαζί τα λιγοστά χωραφάκια τους , έκαναν και δυο παιδιά .
Καμιά φορά έλεγε πως θα ήθελε να δει τον πατέρα της και να τον ρωτήσει, με τι καρδιά την παράτησε, αν ζούσε βέβαια ακόμη , μέχρι τώρα δεν είχαν μάθει τίποτα δεν είχε και τη δυνατότητα να το ψάξει το όλο θέμα.
Το 74 η ζωή την έφερε στη Θεσσαλονίκη και τότε έβαλε γνωστό της δικηγόρο να ψάξει ,να μάθει ζει ο πατέρας της ? πέθανε?
Πράγματι ο δικηγόρος τον εντόπισε και τον ειδοποίησε να περάσει από το γραφείο του για υπόθεση που τον αφορούσε και αυτός την άλλη μέρα πήγε και στάθηκε μπροστά της ,ψυχρός και απόμακρος ,χωρίς μια συγνώμη χωρίς μια μετάνοια.
Και όταν τον ρώτησε ΓΙΑΤΙ αυτός το μόνο που είπε ήταν ότι έτσι το έφερε η ζωή και ότι τώρα είναι παντρεμένος με άλλη και ότι έχει δυο παιδιά παντρεμένα με εγγόνια.
Το αποκορύφωμα ήταν όταν την έβαλε να ορκιστεί πως δεν θα τον ενοχλούσε ποτέ ξανά αλλά ούτε και θα πήγαινε στα (αδέλφια ) της να τους πει την αλήθεια γιατί δεν ήξερε κανείς την ύπαρξη της και την προηγούμενο γάμο του.
Το (κανείς) βέβαια είναι σχετικό γιατί κάποιο χαρτί θα έδωσε για να κάνει δεύτερο γάμο ,όμως η μάνα της δεν έδωσε ποτέ τέτοιο χαρτί,κάποιος έπαιξε εις βάρος τους.
Γύρισε στο χωριό και τα χρόνια πέρασαν ώσπου μια μέρα την πήρε τηλέφωνο η κόρη της από την Αθήνα για να της πει πως είχε επαφή με την ετεροθαλή αδελφή της!!!
Τελικά τίποτα δεν μένει κρυφό και πως έγινε αυτό? Μια ξαδέλφη της είχε πάει διακοπές στη Σκόπελο εκεί έπιασε κουβέντα με μια άλλη παραθερίστρια ,η οποία είπε από που ήταν ο πατέρας της και πως τον έλεγαν και μάλιστα της εκμυστηρεύτηκε πως θα ήθελε να είχε και μια αδελφή .
Όταν γύρισε η ξαδέλφη της από τις διακοπές ρώτησε κάποιαν άλλη συγγενή σχετικά με αυτό το όνομα και αυτή της είπε ότι είναι ο πατέρας της Γιαννούλας που την είχε παρατήσει όταν ήταν μωρό ακόμα.
Έτσι το νήμα ξετυλίχτηκε και εκεί που δεν μπορούσε η Γιαννούλα να ψάξει για τα αδέλφια της λόγω του όρκου που είχε κάνει στον πατέρα της ,την βρήκε η αδελφή της.
Κανόνισαν όλοι μια συναντήσει και εκεί γνώρισε την αδελφή της και τον αδελφό της , ο πατέρας τους είχε πεθάνει και τώρα που μάθανε πως την έλεγαν καταλάβανε και πιο όνομα έλεγε πριν ξεψυχήσει.
Δυστυχώς η Γιαννούλα δεν μπόρεσε να χαρεί και πολύ αυτό το σμίξιμο γιατί μετά από πέντε χρόνια περίπου πέθανε στα 59 της χρόνια.
Αυτή η ιστορία είναι αληθινή και γραμμένη περιληπτικά και αφορούσε τη μητέρα του συζύγου μου και γιαγιά των παιδιών μου.
Ο σύζυγος μου δεν γνώρισε ποτέ αυτόν το (παππού) αλλά ούτε και τον αδελφό της μητέρας του ο οποίος δυσκολεύτηκε πολύ με όλη τη κατάσταση, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο δικός του (άψογος)πατέρας έκανε κάτι τέτοιο .Την άλλη θεία την γνωρίσαμε μαζί με τα παιδιά της.
Ότι και να κάνουν οι γονείς μεταξύ τους τα παιδιά τους δεν πρέπει ποτέ μα ποτέ και για κανένα λόγο να τα παρατάνε έτσι.


Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Ο καθένας σας έχει μια θέση στη καρδιά μου.


Είναι κάτι που θέλω εδώ και καιρό να το κάνω ,δηλαδή να γράψω αυτή την ανάρτηση .
Θέλω να ευχαριστήσω όλους εσάς που ήλθατε και βάλατε στα δεξιά του μπλογκ μου το δικό σας μπλογκ,που πάει να πει ότι κάποια στιγμή με βρήκατε από σχόλια που είχα σε άλλο μπλογκ.
Και εγώ έχω πάει σε αρκετά αν και δεν μπορούμε να τα παρακολουθήσουμε όλα.
Επίσης θέλω να ευχαριστήσω όλους εσάς που με έχετε βάλει στο δικό σας μπλογκ που σημαίνει πολλά για μένα .
Και ένα ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ δημόσια , στον Λέξη Πένιτα που από την αρχή με έχει βοηθήσει πολύ με το μπλογκ μου.




Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Και εγώ το ίδιο

Και για ποιο λόγο είπαμε πρέπει να σας ψηφίσω? Α δεν μιλάτε με αγνώστους? Εγώ είμαι , εκείνη η ηλίθια που για να τρώτε εσείς με χρυσά κουτάλια ,δουλεύω λιγότερες ώρες?!!
Δεν σας νοιάζει?
Τι ????Να ψηφίσω εσάς για ένα καλύτερο αύριο??
Ποιοι είστε εσείς?
Και αν με κοροϊδεύεται και θέλετε να βγείτε στη εξουσία μόνο και μόνο για να φάτε?
Εγώ τι θα γίνω τότε? Θα μου κόψουν και άλλες ώρες εργασίας?
Τι θα κάνετε όταν με απολύσουν?
Δεν άκουσα??!!
Και εγώ το ίδιο χεσμένους σας έχω ,έτσι που μας καταντήσατε.