Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Με το βλέμμα στη θάλασσα

Μέρος πρώτο
Άνοιξε τη μπλε πόρτα με το κλειδί που της έδωσε η κυρία Αθηνά και μπήκε μέσα στο δωμάτιο σπρώχνοντας πίσω της τη πόρτα.
Άφησε από το χέρι της τη τροχάλητη βαλίτσα και με μια κίνηση έβγαλε το ψάθινο καπέλο αφήνοντας τα πλούσια καστανά μαλλι
Δημοσίευση ανάρτησης
ά της να πέσουν στη πλάτη .
Προχώρησε στο παράθυρο απέναντι και τραβώντας τη αραχνοϊφαντη άσπρη κουρτίνα το άνοιξε. άθελα της έβγαλε ένα επιφώνημα όλο ευχαρίστηση με αυτό που έβλεπε, είχε ξεχάσει πόσο όμορφη ήταν η θέα από αυτή τη μεριά του κτήματος.
Μπροστά της ξεπρόβαλε η καταγάλανη θάλασσα . Έμεινε να τη κοιτάζει όλο θαυμασμό ,είχε ζητήσει δωμάτιο με θέα τη θάλασσα ,πάντα της άρεσε να κοιτάει τη θάλασσα ,αυτή τη θάλασσα.
Έφυγε από το παράθυρο και ετοιμαζόταν να ανοίξει τη βαλίτσα για να βγάλει τα ρούχα από μέσα όταν πετάχτηκε από τη τρομάρα της ακούγοντας σχεδόν δίπλα της τη κυρία Αθηνά, ω με συγχωρείτε δεν ήθελα να σας τρομάξω,η πόρτα ήταν ανοικτή και σας μίλησα αλλά δεν ακούσατε ,φοβήθηκα μην πάθατε τίποτα.
Δεν σας άκουσα ,χαμογέλασε στη γυναίκα ,δεν θα έκλεισα τη πόρτα ,απλά την έσπρωξα. Ήλθα να σας πω ότι το πρωί σερβίρουμε το πρωινό στις εννιά αν όμως δεν προλαβαίνετε εκείνη την ώρα μπορείτε να σερβιριστείτε μόνη σας στη κοινόχρηστη κουζίνα, εκεί θα βρείτε απ' όλα ,για ότι άλλο θελήσετε μπορείτε να με ρωτήσετε, καλή διαμονή. Η γυναίκα έφυγε κλείνοντας πίσω της τη πόρτα απαλά.
Η Λένα στάθηκε στη μέση του δωματίου και άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί ένα γύρω στο δωμάτιο ,υπήρχε ένα κρεβάτι σιδερένιο με άσπρο κάλυμμα, ένα μικρό γραφείο και μια καρέκλα μπροστά , λίγο πιο πέρα ένας μικρός καναπές με ένα στρογγυλό τραπεζάκι πάνω στο οποίο είχε μια σύνθεση με ξερά λουλούδια και ένα τασάκι, απέναντι ακριβώς ήταν μια τηλεόραση ,υπήρχε μια πόρτα που οδηγούσε στο μπάνιο και μια μπαλκονόπορτα .
Τακτοποίησε τα ρούχα της , έκανε ένα ντους και φόρεσε ένα κρεμ φόρεμα που της πήγαινε πολύ που αν και σαράντα χρονών το σώμα της θα το ζήλευαν πολλές νεαρότερες γυναίκες.
Κατέβηκε από το πρώτο όροφο και βγήκε στη παραλία, εκεί έβγαλε τα πέδιλα της και περπατούσε ξυπόλυτη πάνω στην άμμο, πιο κάτω βρήκε ένα παγκάκι που το σκίαζε ένας ευκάλυπτος και κάθισε ,κοιτούσε τη θάλασσα και σιγά σιγά το πρόσωπο της άρχισε να χάνει την ηρεμία που είχε όταν έφθασε ,ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και η θάλασσα είχε πάρει ένα ελαφρύ κοκκινωπό χρώμα.
Και τότε όλες οι άσχημες σκέψεις ήλθαν στο μυαλό της ,θα τρελάθηκα φαίνεται πως μου ήλθε να έλθω εδώ μετά από δεκαπέντε χρόνια? Καλά δεν ήταν εκεί που πήγαινα τόσα χρόνια? μήπως έκανα λάθος? πως θα αντέξω τόσες αναμνήσεις?
Σηκώθηκε και τράβηξε για το δωμάτιο της, μπαίνοντας στην είσοδο βρήκε τη κυρία Αθηνά που κρατούσε ένα δίσκο σκεπασμένο με μια πετσέτα, σε σας ερχόμουν ,είπα σήμερα πρώτη μέρα ,θα είσαστε και κουρασμένη ,να σας φέρω κάτι να φάτε ,από αύριο κανονίζετε μόνη σας .
Ευχαριστώ ,μα δεν ήταν ανάγκη ,η αλήθεια ούτε που είχα σκοπό να φάω.Καλά εγώ σας το αφήνω γιατί μπορεί να πεινάσετε αργότερα ,έχετε ξανάρθει στο τόπο μας? η Λένα απάντησε σχεδόν ψιθυριστά ,πολύ παλιά,η γυναίκα της χαμογέλασε και αφού τη καληνύχτισε έφυγε σκεφτική.
Την άλλη μέρα το πρωί κατέβηκε στη τραπεζαρία για να πάρει καφέ και εκεί βρήκε ένα ζευγάρι ήταν δεν ήταν εικοσιπέντε χρονών ,τους καλημέρισε και αυτοί της χαμογέλασαν και συνέχισαν να ταΐζει ο ένας τον άλλο και ο έρωτας τους έλαμπε στο πρόσωπο τους.
Έβαλε καφέ στο φλιτζάνι και βγήκε έξω , το δροσερό αεράκι την έκανε να ριγήσει. Τέλος Σεπτεμβρίου και ο καιρός είχε αρχίσει να αλλάζει , στο μικρό ξενοδοχείο που έμενε δεν πρέπει να είχε πολλούς ένοικους, εξάλλου γιαυτό διάλεξε τέτοια εποχή να έλθει, ήθελε ησυχία, αλλά μόνο εδώ έπρεπε να έλθει ,εδώ που πριν δεκαπέντε χρόνια έζησε τις πιο ευτυχισμένες και τις πιο τραγικές στιγμές της ζωής της.
Επίτηδες ήλθε σε αυτό το ξενοδοχείο με τη διαφορά ότι τότε ήταν ένα πέτρινο μεγάλο σπίτι και έσφυζε από ζωή,ήξερε πως τώρα αυτοί που έμεναν εδώ δεν είχαν καμιά σχέση με το παρελθόν ,απλά είχαν αγοράσει το κτήμα με το κατεστραμμένο σπίτι που κυριολεκτικά χάθηκε μετά τη μεγάλη φωτιά .
Μπήκε μέσα ,έβαλε λίγο καφέ ακόμη και έκανε να ανέβει τη σκάλα για το δωμάτιο της όταν άκουσε μια φωνή να της λέει, κοιμηθήκατε καλά?Ήταν η κυρία Αθηνά που κρατούσε μια κανάτα με νερό ,πρόσεξε ότι η Κυρία Αθηνά την κοιτούσε επίμονα και σκεφτικά. Δεν μπορεί να με γνωρίζει απ' ότι ξέρω αυτή πριν δέκα χρόνια ήλθε εδώ,μπα η ιδέα μου είναι.
Ανέβηκε στο δωμάτιο της, έριξε μια εσάρπα στους ώμους της και βγήκε στο μπαλκόνι να απολαύσει το καφέ της. Ακούμπησε το φλιτζάνι δίπλα στο τραπεζάκι και έσφιξε την εσάρπα στους ώμους της και με μια κίνηση ακούμπησε το μάγουλο της πάνω,Καλέ μου Στέφανε πόσο σε ταλαιπώρησα αλλά τα ψέματα τέλειωσαν πρέπει να πάρω μια απόφαση ,εξάλλου γι' αυτό ήλθα εδώ ,πρέπει να παλέψω με τους δικούς μου δαίμονες και να βγω νικητής, μόνο έτσι θα μπορέσω να σου αφοσιωθώ.
Έκλεισε τα μάτια και άφησε τις αναμνήσεις να ξετυλιχτούν, μετά από δεκαπέντε χρόνια άρχισε να ξαναζεί τον εφιάλτη της.

Συνεχίζετε..