Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Με το βλέμμα στη θάλασσα 2

Μέρος δεύτερο
Εκείνο το πρωινό η Λένα ξύπνησε και τεντώθηκε μέσα στα σεντόνια της, χωρίς καμιά βιασύνη κοίταξε το ρολόι δίπλα στο κομοδίνο , χασμουρήθηκε και γύρισε από το άλλο πλευρό.
Μπορεί να ήταν Δευτέρα, αλλά αυτή η Δευτέρα ήταν διαφορετική ,από σήμερα επιτέλους άρχιζαν οι διακοπές της,τα αποτελέσματα από τις πανελλήνιες εξετάσεις είχαν βγει και ήξερε ότι από το Σεμπτέβρη θα άρχιζε τα μαθήματα στη σχολή που ήθελε.
Ο πατέρας της ήταν γιατρός και πάντα είχε κρυφή επιθυμία η μοναχοκόρη του να ακολουθουθήση το επάγγελμα του,παρόλα αυτά ποτέ δεν είπε κάτι στη κόρη του,δεν ήθελε να την επηρεάσει σε κάτι που πιθανόν δεν ήταν και δικό της όνειρο.
Η Λένα πάλι έβλεπε τον πατέρα της με πόση αγάπη εξασκούσε το επάγγελμα του και πόσο βοηθούσε τους ανθρώπους είτε ήταν φτωχοί και δεν είχαν να τον πληρώσουν ,είτε ήταν πλούσιοι.
Έτσι αποφάσισε χωρίς καμιά πίεση να γίνει μια μέρα γιατρός, τώρα ο πρώτος στόχος επιτεύχθηκε,το πρώτο βήμα έγινε και με τη νέα χρονιά θα ήταν φοιτήτρια ιατρικής και μάλιστα στην Αθήνα ,έτσι δεν θα αποχωριζόταν και τους γονείς της που μόνο αυτήν είχαν, αλλά για να το πετύχει αυτό ξημεροβραδιαζόταν διαβάζοντας.

Τώρα μετά απ΄'όλα αυτά, διαβάσματα, ξενύχτια αγωνίες,ήλθε και η ώρα για ξεκούραση, ο πατέρας της πήρε άδεια από το ιατρείο του δεκαπέντε μέρες και έκλεισε ένα μικρό σπιτάκι για όλο το Καλοκαίρι σε μια μικρή παραθαλάσσια επαρχιακή κωμόπολη.

Τις πρώτες δεκαπέντε μέρες θα έμενε μαζί τους και τον υπόλοιπο καιρό θα ερχόταν τα Σαββατοκύριακα

Έτσι μάζεψαν τα πράγματα τους και πήγαν στο εξοχικό που είχαν νοικιάσει.Το σπίτι ήταν πολύ όμορφο με βεράντες και ένα μικρό κήπο ,υπήρχαν άλλα τέσσερα στη σειρά σχεδόν τα ίδια. Μόλις έφτασαν άδειασαν τις βαλίτσες τους, έβαλαν στο ψυγείο και στα ντουλάπια τα τρόφιμα που έφεραν για τις πρώτες μέρες μέχρι να βολευτούν.

Μόλις τέλειωσαν το τακτοποίημα η Λένα φόρεσε το μαγιό της και έτρεξε στη θάλασσα που ήταν στα διακόσια μέτρα από το σπίτι,η δε μητέρα της της φώναζε να προσέχει γιατί δεν ξέρουμε τα νερά εδώ ,πρόσεχε παιδί μου !!.Καλά μητέρα θα προσέχω.
Η Λένα με το που έφτασε στη παραλία άφησε τη τσάντα στη σκιά μιας ομπρέλας και για μια στιγμή διερωτήθηκε μήπως είναι άλλου ο χώρος ,αλλά ρίχνοντας μια ματιά γύρω διαπίστωσε πως υπήρχαν κι' άλλες άδειες και μόνο δυο παρέες ήταν λίγο πιο μπροστά από αυτήν ,έτσι ησήχασε ότι κανείς δεν θα διαμαρτυρόταν, πέρασε δίπλα από τις παρέες που αν και καθόντουσαν σε ξεχωριστές ομπρέλες κουβέντιαζαν όλοι μαζί .
Μπήκε μέσα στη θάλασσα που αν και λίγο κρύα δεν της έκανε καρδιά να βγει έξω ,σιγά σιγά ΄η παραλία άρχισε να γεμίζει κόσμο ,οι πιο πολλοί ήταν με παρέες,άρχισε να κρυώνει και αποφάσισε να βγει να σκουπιστεί και να πάει σπίτι ,είχε αρχίσει να νοιώθει άβολα που ήταν μόνη της και όλοι οι άλλοι είχαν τις παρέες της.
Βγήκε τρέμοντας από το κρύο και περνώντας μπροστά από τις δυο παρέες που είχε βρει εκεί ,τρία κορίτσια και δυο αγόρια περίπου στην ηλικία της φταρνίστηκε ,τώρα βρήκε να με πιάσει το αλλεργικό μου είπε από μέσα της,γείτσες άκουσε κάποιον να λέει,γύρισε το κεφάλι και συνάντησε τα πιο όμορφα πράσινα μάτια που είχε δει στη ζωή της, ευχαριστώ απάντησε και προχώρησε ,έπιασε τη πετσέτα της και τη τύλιξε πάνω της τρέμοντας .
Σκέφτηκε να κάτσει λίγο στον ήλιο να ζεσταθεί όταν είδε δυο αγόρια γύρω στα οκτώ να λένε με παράπονο στους γονείς τους ,δυστυχώς δεν υπάρχει άλλη ομπρέλα
,η Λένα ένιωσε ακόμα πιο άβολα σηκώθηκε μάζεψε τη τσάντα της και έκανε να φύγει, η μητέρα των παιδιών κατάλαβε τι έγινε και πήγε να της πει πως δεν χρειαζόταν να φύγει γι' αυτούς αλλά την ίδια στιγμή ο νεαρός με τα πράσινα μάτια που παρακολουθούσε τη σκηνή την παρακάλεσε αν ήθελε να πάει στη δική τους παρέα για να γνωριστούν.
Η Λένα τον ευχαρίστησε και είπε πως έπρεπε να φύγει ,μέσα της όμως ήθελε να μείνει να τον γνωρίσει ,αλλά η απερισκεψία της να μπει μέσα στο νερό και τώρα να νιώθει ρίγη την έκαναν να θέλει να πάει σπίτι να βγάλει τα βρεγμένα αμέσως.
Εξάλλου τώρα κατάλαβε γιατί δεν ήταν κανείς εκείνη την ώρα μέσα στη θάλασσα ,ήταν νωρίς και ακόμη ήταν παγωμένη .
Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα και η Λένα γνώρισε και τις δυο παρέες που πρωτοείδε στη θάλασσα ,εδώ και ένα μήνα σχεδόν κάθε μέρα ήταν μαζί ,αν και Λένα είχε μάτια μόνο για τον Δημήτρη με τα πράσινα μάτια ,αλλά και αυτός δεν πήγαινε πίσω έδειχνε με χίλιους δυο τρόπους το ενδιαφέρον του ,μια μέρα μάλιστα η μητέρα της κάλεσε όλα τα παιδιά και τους έκανε το τραπέζι ήταν Σάββατο και ήταν και ο πατέρας της Λένας εκεί,η μητέρα της ήθελε να δει με τι ανθρώπους κάνει παρέα η κόρη της, όχι ότι δεν είχε εμπιστοσύνη στο παιδί της αλλά είχε μάθει που όλα αυτά τα χρόνια ήξερε όλα τα παιδιά που συναναστρεφόταν η κόρη της που σκέφτηκε να γνωρίσει και τους καινούργιους φίλους της κόρης τους ,έτσι διάλεξε το Σάββατο που θα ήταν και ο σύζυγος της ,μια γνώμη παραπάνω και μάλιστα του πατέρα θα ήταν καλύτερα ,εξάλλου ο σύζυγος της είχε το χάρισμα να ξεχωρίζει τους ανθρώπους είτε ήταν νέοι ,είτε ήταν κάποιας ηλικίας.
Ένας συνάδελφος του πατέρα της έφερε την οικογένεια του εκεί και πηγαινοερχόταν και αυτός τα Σαββατοκύριακα έτσι οι δυο γυναίκες κάνανε παρέα αφού ήδη γνωρίζονταν από παλιά η δεκάχρονη κόρη τους βρήκε κάποια παιδιά της ηλικίας της δίπλα από το σπίτι που νοίκιαζαν και καμιά φορά πήγαινε με τη Λένα στη θάλασσα ,η μικρή εκμυστηρεύτηκε στη Λένα ότι το επόμενο Σάββατο θα ερχόταν και ο αδελφός της που τώρα είχε πάει στους παππούδες του από τη μητέρα του η οποία είχε πεθάνει όταν αυτός ήταν δυο χρονών.
Η Λένα χάρηκε ,τον ήξερε τον Στέφανο ,ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος και σπούδαζε στην Αμερική γιατρός ,τον είχαν πάρει τα αδέλφια της μητέρας του εκεί μόλις τελείωσε το λύκειο για να σπουδάσει και να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Η κυρία Αμαλία η μητριά του ,τι μητριά δηλαδή? αυτή τον μεγάλωσε και τον είχε μη βρέξει και μη στάξει ποτέ δεν τον ξεχώρισε από το δικό της παιδί ,αφού δεν σκεφτόταν να κάνει άλλο παιδί ,η Χαρά ήλθε αργότερα .
Εντωμεταξύ η Λένα συνέχιζε να κάνει παρέα με τον Δημήτρη που τώρα πια μετά από δυο μήνες άνοιξαν τη νεανική τους καρδιά και έβαλε ο ένας τον άλλο μέσα ,πολλές φορές προτιμούσαν να είναι μόνοι τους να χαίρονται ο ένας τον άλλο ,έτσι απομονώνονταν στην άλλη παραλία πίσω από το βουναλάκι που ο Δημήτρης είχε ένα πέτρινο σπίτι που το άφησε ο παππούς του κληρονομιά σ' αυτόν.
Το Σαββάτο έφτασε και μαζί με τον πατέρα της και τον κύριο Κώστα έφτασε και ο Στέφανος τον οποίο η Λένα είχε να τον δει τρία χρόνια ,ο Στέφανος ήταν ψηλός όμορφος με όμορφα μάτια καστανά που πάντα όταν σου μιλούσε σε κοιτούσε ίσια στα μάτια .Του άπλωσε το χέρι και για πρώτη φορά τον είδε να δειλιάζει και να αποφεύγει το βλέμμα της.
Η μητέρα του ήταν μες τη τρελή χαρά τον αγκάλιαζε τον φιλούσε ,αλλά και αυτός δεν έλεγε να την αφήσει την κρατούσε στοργικά από τους ώμους και έτσι όπως ήταν μικροσκοπική χάθηκε μέσα στην αγκαλιά του.
Την Κυριακή το μεσημέρι η κυρία Αμαλία τους κάλεσε όλους για φαγητό να τα πούνε και τα παιδιά είπε,έτσι μέχρι να έλθει η ώρα του φαγητού η Λένα έβαλε ένα σορτσάκι και πήγε στη παραλία να βρει τον Δημήτρη και να του πει πως το απόγευμα δεν θα τον συναντούσε γιατί θα έβγαινε με ένα φίλο ,του εξήγησε για τη φιλία που έδενε τις δυο οικογένειες ,αλλά πρόσεξε ότι ο Δημήτρης είχε κατσουφιάσει και προσπαθούσε να την αποτρέψει να βγει με τον Αθηναίο φίλο της.
Μετά από κάμποση ώρα που σχεδόν πέρασε χωρίς να μιλούν η Λένα καταστενοχωρημένη του έδωσε ένα πεταχτό φιλί αλλά αυτός την τράβηξε πάνω του και τη φίλησε όλο πάθος ζητώντας της συγνώμη που τη στενοχώρησε.
Το Καλοκαίρι κόντευε να τελειώσει και οι διακοπές επίσης, η Λένα δεν στενοχωριόταν και τόσο γιατί ο Δημήτρης ούτως ή άλλως θα ερχόταν στην Αθήνα για να δουλέψει σε μια μεγάλη εταιρεία που είχε ο νονός του ,όταν τον ρώτησε πότε θα πάει στρατιώτης της είπε αόριστα ,αργότερα και εκοψε την κουβέντα απότομα.
Ο Στέφανος αν και χαιρόταν να βλέπει τη Λένα κάθε φορά που βρίσκονταν μόνοι τους ή με άλλους συνέχιζε να αποφεύγει να την κοιτάξει στα μάτια.
Ο Σεπτέμβρης έφτασε και η Λένα τώρα άρχιζε ένα καινούριο κεφάλαιο στη ζωή της όλη τη βδομάδα πήγαινε στη σχολή και τα Σαββατοκύριακα βρισκόταν με τον Δημήτρη ο οποίος της παραπονιόταν ότι θα ήθελε να βρίσκονταν και καθημερινές ,μάλιστα της είπε να νοικιάσουν σπίτι και να μένουν μαζί και πως δεν άντεχε ούτε λεπτό μακρυά της,η Λένα προσπαθούσε να τον λογικεύσει αν και ήταν τόσο ερωτευμένη μαζί του που μέσα της της άρεσε αυτή η ιδέα.
Το πρώτο εξάμηνο τα πήγε πολύ καλά στη σχολή στο δεύτερο έμεινε σχεδόν τα μισά μαθήματα έχανε εργαστήρια ,τσακωνόταν με τους γονείς της που δεν συμφωνούσαν να πάει να νοικιάσει σπίτι και να μείνει μαζί με τον Δημήτρη ,έβλεπαν πως αυτός ο άνθρωπος την επηρέαζε άσχημα.
Η πρώτη χρονιά πέρασε δύσκολα η Λένα έχασε πολλά μαθήματα και έλεγε να τα παρατήσει ,κάτι που τη παρότρυνε και ο Δημήτρης ο οποίος για άγνωστους λόγους παράτησε τη δουλειά και της πρότεινε να πάνε να ζήσουν στο πέτρινο σπίτι που του άφησε ο παππούς του . Αυτό της Λένας της φάνηκε πολύ τολμηρό ,εντωμεταξύ οι γονείς της της είπαν να τον χωρίσει και ότι θα είναι η καταστροφή της.
Η Λένα πήρε την απόφαση της τώρα πια, δεν υπήρχε γυρισμός θα πήγαινε μαζί με τον Δημήτρη η ίδια έβλεπε έναν τρυφερό άντρα που την αγαπούσε και μάλιστα θεωρούσε τους γονείς της υπεύθυνους που άφησε τη δουλειά του γιατί ήθελαν να τους χωρίσουν. Όταν θα πήγαιναν να ζήσουν στη κωμόπολη του κοντά στη θάλασσα που τόσο αγαπούσε θα του έλεγε και για το μωρό που περίμενε ,ναι θα ζούσε με τον αγαπημένο της ,αυτός θα πήγαινε στα κτήματα και θα είχαν έσοδα από τα δωμάτια που νοίκιαζε μαζί με τον αδελφό του. Όλα θα γίνονταν όπως ήθελε αυτός ,η ίδια δεν έβλεπε τίποτα κακό σε αυτό το μέλλον.
Στο επόμενο το τέλος.