Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Ο Δράκος

Μια φορά τζιαι ένα τζιαιρό σε ένα μιτσή τόπο εζούσαν οι Ποτζιοί τζιαι oι Ποδά ,κατά τζιαιρούς είχαν τζιαι τους καυκάες τους αλλά με τον τζιαιρό εκαταφέραν να περνούν ειρηνικά.
Μιαν ημέραν οι Ποδά εσηκωστήκαν επιάσαν τα όπλα τζιαι εκάμαν φασαρία γιατί εθέλαν να σμίξουν με κάποιους άλλους τζιαι να γινούν έναν,οι Ποτζιοί εθυμώσαν με τούτον το πράμα τζιαι εφωνάξαν του μεγάλου Δράκου που τους προστάτευε όποτε είχαν διαφορές με τους Ποδά.
Ο μεγάλος Δράκος έπιασεν όπλα πολλά τζιαι ήρτεν βουρητός,όπου επέρναν έκαμνεν τον κόσμο να βουρά ,να φεύκει που τα σπίθκια του τζιαι να βρίσκει καταφύγιο πας στα βουνά για να γλυτώσει τη ζωή του.
Επεράσαν μέρες τζιαι οι Ποτζιοί με τους Ποδά ύστερα που πολλούς καυκάες τζιαι σκοτωμούς , εχωριστήκαν αφήνοντας νεκρούς τζιαι ξεσπιτωμένους.
Ο Δράκος αφού έκαμεν ότι έκαμε εστροτζιηλοκάθησε σε τούτον το μικρό το τόπο ,ήβρεν ένα βουνό που έξερεν ότι εν να τον θωρούν μέρα νύκταν οι Ποδά τζιαι απλώθηκε.
Τούτος ο Δράκος εν είσιε μιάλα δόντια, ούτε μιάλο στόμα, ούτε νύσια ούτε δέρμα σκλερό, τζιήνο που είσιεν ήταν τα πολλά Δρακούθκια τζιαι οι πολλοί ανθρώποι που εκρατούσαν όπλα τζιαι υπακούαν τον τυφλά.
Τα Δρακούθκια του ήταν ούλλα πάνω σε κάτι ψηλά κοντάρκα τζιαι επροσέχαν τα χωρκά που πρώτα εμεινήσκαν οι Ποδά, εσκαρφαλώσαν πάνω στα σκολεία ,πάνω στις εκκλησιές τζιαι πάνω στα κτήρια τα μεγάλα .
Μια βολάν ένας που τους Ποδά επήεν να κατεβάσει ένα Δρακούι που το κοντάρι τζιαι οι Ποτζιοί εσκοτώσαν τον ,έτσι οι Ποδά κάθονται τζιαι θωρούν τα Δρακούθκια όποτε πάσειν στο χωρκόν τους τζιαι μαυρίζει η ψυσιή τους.
Αλλά πιο παλλά μαυρίζει η ψυσιή τους που θωρούν τον μεγάλο Δράκο που κάθετε απλωμένος πας το βουνό τζιαι ξέρει ότι κανένας ένι μπόρει να του τζιήσει τζιαι την νύκτα που σκοτινιάζει ο Δράκος θέλει να τον θωρούν πάλε ,έτσι τα μάθκια τους φκάλουν φωθκιά τζιαι φέγγει γυρόν που το κορμί του για να φαίνετε τζιαι να θυμίζει τους Ποδά ότι εν τζιαμέ μέρα νύκτα.
Τούτος εν ένας Δράκος που τρώει τες ψυσιές των ανθρώπων ,γιατί υπάρχουν τζιαι τέθκιοι Δράκοι, που μπορεί να είναι δίχα ανάσα που φκάλλει φωθκιά δίχα νύσια που να τρών τη σάρκαν του πλασμάτου,τούτος εν Δράκος που μαζί με τα Δρακούθκια του μουθκιάζουν τα κορμιά των ανθρώπων ,όι που φόον αλλά που πόνον βαθκιά μες τη ψυσιήν τους.
Τουτος ενας Δράκος που κανένας ενε βρέθηκε για να τον εξιλήψει.
Τούτην την ιστορία έθελα να την γράψω τζιαιρόν τωρά,εν που τότε που μου είπεν ο γιος μου ότι που τζιαμέ που έσιει σκοπιάν φαίνετε η τούρτζιηκη σημαία πάνω στο Πενταδάκτυλο.
Την απόφαση να την κάμω Δράκο επήρα την μετά που εθκιάβασα τον Ασερα τζιαι έθελε να του περιγράψουμεν ένα Δράκο στη Κύπρο.