Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

Ο Γέρο Πλάτανος

Στεκόταν χρόνια πολλά εκεί δεν θυμόταν καν πότε βρέθηκε στην άκρη αυτού του δρόμου,όμως θυμόταν τον κάθε διαβάτη που στεκόταν εκεί για να προφυλαχτεί από κάποια δυνατή μπόρα ή να πάρει μια ανάσα και να φυλαχτεί από τις αχτίνες του μεσημεριανού ήλιου που έκαιγε αδυσώπητα। Έτσι όπως στεκόταν ανάμεσα στο χωριό και στα χωράφια είχε την ευκαιρία να ακούει τα βάσανα τις χαρές και τους έρωτες , αυτούς τους ένιωθε και στο κορμί του ή καλύτερα στο κορμό του και όμως τους ένιωθε, άλλες φορές αληθινούς και άλλες φορές ψεύτικους, μόνο αυτός ήξερε πότε ήταν αληθινοί και πότε ψεύτικοι, πως?।Κάπως έτσι, όταν ένας νεαρός συναντούσε την αγαπημένη του κάτω από το βαθύ ίσκιο του γέρο πλάτανου συνήθως με ένα μαχαιράκι ή κάτι αιχμηρό σκάλιζε τα αρχικά του ονόματος τους και κάπως έτσι ένιωθε και ο γέρο πλάτανος τον έρωτα. Είχε μάθει να ξεχωρίζει τον αληθινό με τον ψεύτικο ,αν κάποιος πήγαινε κάθε φορά με διαφορετικό ταίρι ήταν ψεύτικος αν πάλι πήγαιναν μαζί συνέχεια τότε άλλαζε το πράγμα, ήταν κάτι βαθύ και αληθινό।Πόσες φορές δεν ένιωσε την ανάγκη να δώσει μια με το κλωνάρι κι να φέρει σβούρα τον κάθε τζιτζιφιόγκο που κάθε βδομάδα άλλαζε και αγαπημένη, και πόσες φορές δεν ήθελε να σκύψει πάνω από κάθε πικραμένο να τον παρηγορήσει!, Μερικοί καθόντουσαν εκεί για να βρουν λίγοι ηρεμία απολαμβάνοντας ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα και αυτός ποτέ μα ποτέ δεν ζήτησε τίποτα από κανένα, ίσα ισα ήταν πάντα εκεί για να τους προφυλάξει και να τους δώσει ότι είχε και αυτό που είχε ήταν ο εαυτός του।Εκείνη την ημέρα κανένας δεν πέρασε ,τον είχε πιάσει μια ανησυχία, η ατμόσφαιρα ήταν κάπως θολή, είχε μάθει και στην ανθρώπινη παρέα και του κακοφαινόταν। Ξαφνικά άκουσε φωνές, από εδώ από εδώ και τότε είδε τρεις τέσσερις άνδρες να τρέχουν προς το χωριό μαζί τους και ο τζιτζιφιόγκος ο ερωτύλος που καμιάν δεν αγάπησε, τους είδε να χάνονται αλλά συγχρόνως είδε και τον καπνό μαζί με πύρινες γλώσσες να έρχονται κατά πάνω του ,μα που πήγαν όλοι? Ο ξαφνικός αέρας ερχόταν καταπάνω του ,καταπάνω του όμως ερχόταν κι η φωτιά ।Από τον δυνατό αέρα τα κλαριά του ακουγόντουσαν σαν κραυγές απελπισίας
Ας ερχόταν κάποιος !!!Οι πρώτες γλώσσες της φωτιάς του χάιδεψαν τα πρώτα του φιλαράκια, φώναζε φώναζε με όλη τη δύναμη λίγο νερό λίγο νερό κανείς όμως δεν άκουγε όλοι τρέχανε να γλυτώσουν τον εαυτό τους και τα υπάρχοντα τους,ποιος θα νοιαζόταν για ένα γέρικο δέντρο? Όταν μετά από δυο μέρες φτάσανε κοντά του το μόνο που είχε μείνει ήταν δυο τρεις καρδούλες με τα αρχικά των ερωτευμένων που κάποτε χαιρόντουσαν και μοιραζόντουσαν τα μυστικά τους εκεί μαζί με το γέρο πλάτανο που οι άνθρωποι τον κάψανε μαζί με άλλα όμορφα δένδρα στερώντας από τη ζωή τους την ίδια η ζωή.