Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Το πηγάδι!

Μια φορά και ένα καιρό  ... κάπως έτσι δεν αρχίζουν τα παραμύθια;;  αυτά με τις βασιλοπούλες και τις νεράιδες;
  Το δικό μου μπορεί να είναι παραμύθι αλλά και πάλι μπορεί να είναι μια ιστορία  που έρχεται από μια χώρα  ,μπορεί νάχει αλήθειες αλλά και του μυαλού παιχνίδια .Αν την διαβάσετε  μπορεί να δείτε δικές σας αλήθειες αλλά και ψέματα μέσα.
   Και η  (παραμυθοϊστορία) αρχίζει.
    Τι όμορφο πηγάδι! αναφώνησε  το κορίτσι   πρώτη φορά το βλέπω! Μάνα γιατί δεν με ξανάφερες εδώ;  Γιατί ήσουν μικρή και φοβόμουν μην κοιτάξεις  και ζαλιστείς  και πέσεις μέσα!
   Αχ μάνα  θα είμαι προσεχτική   θα γεμίζω τη στάμνα μου και  θα φέρνω στο σπίτι μας το νερό να πλένεις τα άσπρα μας σεντόνια και να μοσχοβολάνε ,  να πίνει ο πατέρας  σαν έρχεται από τα χωράφια , να πίνει ο αδελφός μου σαν φεύγει με τους φίλους του  για να βρίσκει το δρόμο του γυρισμού ,να πλένω το πρόσωπο μου το πρωί για νάχω τη δροσιά του και για να δίνω  στον αγαπημένο μου  να μην με λησμονεί όταν θα είναι μακρυά μου ,είπε το κορίτσι και στα τελευταία του λόγια κοκκίνισε.Η μανα της χαμογέλασε κρυφά   και της είπε  σε τόνο αυστηρό,ει σαι μικρή γι' αγάπες.
   Τώρα  το νερό στο σπίτι το πήγαινε η κόρη που όσο μεγάλωνε όλο  και πιο όμορφη γινόταν και οι νέοι  όλοι την κοιτούσαν που άνθιζε και ομόρφενε   και είχε  καλοσύνη  πάνω της περίσσια και είχε όλα τα κορίτσια φίλες της και κάθε πρωί  κοιτούσαν τις αχτίδες του ήλιου να πέφτουν μέσα στο πηγάδι  και να γίνετε καθρέφτης το νερό , το βράδυ όταν είχε φεγγάρι, όλοι οι ερωτευμένοι καθόντουσαν  και το χάζευαν     να αντανακλά εκεί μέσα στο πηγάδι και να ρίχνουν τον κουβά  για να το πιάσουν.
   Λένε πως όμοιο του δεν υπήρχε ,το νερό του ήταν  κρύσταλλο και ποτέ δεν στέρευε ακόμη και όταν τα άλλα πηγάδια στέρεψαν αυτό πάντα είχε νερό.
   Και μια μέρα θλιβερή και μια μέρα μαύρη   ήλθε  ο πόλεμος στον τόπο και  το κορίτσι πήγε να πάρει νερό να πιει ο αδελφός πριν φύγει για τον πόλεμο,   να βρει τον δρόμο να γυρίσει πίσω ,να πιει ο αγαπημένος για να μην τη λησμονήσει εκεί που θα πολεμά τον εχθρό ,να πιει ο πατέρας που στέγνωσε το στόμα του από τον καημό, για να βάλουν στο πρόσωπο της μάνας  που  λιγοθυμούσε   βλέποντας το παιδί της να φεύγει  μέσα στη φωτιά του πολέμου.
  Και ήλθε ο πόλεμος σιμά, δίπλα  στο πηγάδι και κρύφτηκε ο ήλιος μαζί με το φεγγάρι,  δεν ήθελαν να δουν ξανά το πρόσωπο τους εκεί,  γιατί είδε πολλά το πηγάδι και το νερό του έγινε πικρό φαρμάκι και  θόλωσε  σαν έπεσαν μέσα τα δάκρυα του κοριτσιού και σιγά σιγά άρχισε να στερεύει , ώσπου μια μέρα άρχισαν να πέφτουν μέσα οι πέτρες   και να κλείνει και σαν έκλεισε από πέτρες ήλθαν και οι εχθροί και έριξαν μέσα  μικρά χαλίκια  να γεμίσει  να μην βρίσκει τόπο το νερό  να βγει πάνω  και   κάκιωσε ο κόσμος γύρω και παρασύρθηκε  και έριξε μέσα άμμο  να κλείσει καλύτερα   η όποια χαραμάδα υπήρχε,  να μην ξαναβγεί το νερό  .Τώρα πια   ο αδελφός  δεν βρήκε  το δρόμο  να γυρίσει  και  ο αγαπημένος  της τη λησμόνησε κανείς δεν τον ξανάδε  και ο  ο πατέρας   που στέγνωσε το στόμα του από τη δίψα του χαμένου γιου σταμάτησε να μιλά,  κανείς ποτέ δεν άκουσε τη μιλιά του σαν έπαψαν τα όπλα   και ο γιος του δεν γύρισε ούτε ζωντανός ούτε νεκρός  και η μάνα    ζωντανή νεκρή περιμένει πότε θα ξαναγεμίσει το πηγάδι   με νερό  της αγάπης ,νερό  που σαν το πιεις  βρίσκεις το δρόμο του γυρισμού.
  Και μαράζωσε η κόρη   και στέγνωσαν τα δάκρυά της  πειμένοντας  μιαν αυγή  να δει τον ήλιο   ,περιμένοντας να δει μια ολόγιομη νύκτα  με φεγγάρι  !

  Και ο κόσμος  διχάστηκε  και όλο ρίχνουν μέσα στο πηγάδι άμμο  να μην βγει στο φως του ήλιου και του φεγγαριού το νερό  και περιμένουν   οι μανάδες τα παιδιά τους  και περιμένουν τους αγαπημένους τους οι κοπέλες και περιμένει τον πατέρα το παιδί που τώρα έγινε άντρας, πατέρας, παππούς.Και το πηγάδι μένει κλειστό !
Υ.Γ.   Ασφαλώς και δεν έχει ωραίο τέλος το παραμύθι μου!.
  
  

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Εν να ξανάρτω!

Πάντα λαλώ εν θα ξαναγράψω για την κύπρο   τσιαι  για  τους καημούς της.
 Τσιαι πάντα ειδικά  τούντες μέρες  βρίσκουμε δαμέ  σοβαρή τσιαι προβληματισμένη    να θέλω να φκάλω τη ψυσιή μου  να την απλώσω  σαν σεντόνι  μπροστά σας για να δείτε   όσα θέλω να πω για την πατρίδα μου.
    Μα ίντα να πει το πλάσμα;   που εναν ολόκληρο  μήναν πάνω στο κορμίν της  Κύπρου άψασιν φωθκιές   τσιαι τα παιθκιά της τσιαι ο βάρβαρος οχτρός;!
    Ενα μήνας ! απού τις 15 Ιούλη  ως τις 15 Αυγούστου ήταν λαμπρόν που οπου επέρναν έκρουζε!
    Εμαύρισεν η πλάση    τζιαι μέσα στις ψυσιές των πλασμάτων  τζιαι πάνω στη ράσιη της γης.
  Εβουρούσαν    οι μανάες  αλαφιασμένες  να ποσιερετήσουν τα παιθκιά τους πούτουν να παν  στο πόλεμο  ,έτσι χωρίς όπλα    !
   Ανακαλιούνταν μες τες στράτες   για το κακό που τους ήβρεν.
  Εθωρούσαν τσιαι κόσμον ξένον που έρκετουν στα χωρκά τους 
 τσιαι ενεν μπορουσαν να καταλάβουν ίντα θέλουν δαμέ τούντα πλάσματα; εν πρόσφυγες;  ίντα πα να πεί   πρόσφυγας;
  Εν να μάθεις σε λλίον τσιαι σου ! Δώκε ενα πιάτο φαϊ στα πλάσματα  τσιαι  στρώσε χαμέ  να περασουν την νύκτα  τσιαι αύριον εν μαζί που εν να βουράτε  να πάτε πάρα τζιει
    Μα που να πάμε;   επελλάναν μας τσιαι τούτα τα αεροπλάνα   
  εψές ούλλη νύκτα ο Πενταδάκτυλος  έκρουζεν ,σχεδόν ένιωθες την καυτή φλόγα στο πρόσωπο σου,θαρκούμε το πρωίν   το πρόσωπο μου είσιε πάνω  καπνιά! Μα εν τόσο μακρυά εν γίνετε ναν που τσιαμέ!
   Θωρώ το πρόσωπο μου τσιαι  θαρκούμε ότι ακόμα η καπνιά εν πάνω  !Εβαλα το πρόσωπο μου κάτω που τη φουντάνα αλλά ένε καθάρισε!
  Ενεν η καπνιά του πενταδάκτυλου τούτη που θωρείς  εν η μαυρίλα που απλώνετε σιγά σιγά μες τη ψυσιή σου ,ποσιερετα το σπίτι σου  τσιαι τράβα  ψηλά στα βουνά, που την αντίθετη μερκάν του Πενταδάκτυλου  .  
  Μα εν θέλω να φύω  !αν δεν φύεις   εν θα ξαναδείς τον ήλιο εν θα ξαναδείς τους φίλους σου  εν να  χαθείς για πάντα !
   Θέλω να ξαναδώ τσιαι τον ήλιο τσιαι τους φίλους μου,  μα τσιαι το σπίτι μου ,την αυλή μου το γαλάζιο του ουρανού που θαρκούμε την νύκτα εν εσιει πουθενά τόσα αστρα ο ουρανός όσα εσιει τούτος που εν πουπαναθκιό  του σπιθκιού μου!
  Φύε λαλώ σου  τσιαι μεν  δικλησεις πίσω έρκουντε  !
  Καλόν εν να φύω  ! αλλά εν να ξανάρτω  ! εν να ξανάρτω! μα γιατί εν μου απαντάς;   που είσαι;  απάντα μου  ! Εν να ξανάρτω   ! Απάντα μου!